Monday, September 28, 2015

Η ΑΘΕΑΤΗ ΤΗΝΟΣ


 
Η πρόσκληση από φιλικό πρόσωπο να επισκεφτώ την Τήνο ήλθε πέρσι. Αμέσως την αποδέχτηκα. Εκτιμώ τη φροντίδα του, εδώ και χρόνια, για την ανάδειξη του ιστορικού παρελθόντος του γενέθλιου τόπου του. Δεν είχα ξαναπάει στο νησί και θεώρησα ιδανική ευκαιρία να βρεθώ στα χωριά του το φθινόπωρο. 
Οι συνθήκες, κατά την αναχώρηση από τον Πειραιά, ήταν οι πλέον ιδεώδεις. Ψιλή βροχή και ένα στρώμα πάχνης, πάνω σχεδόν από την επιφάνεια της θάλασσας.
Το μυαλό μου, όπως ταξίδευα κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήλθε στον Ε. Χ. Γονατά. Οι συζητήσεις που είχα μαζί του, στο Τυπογραφείο των Εκδόσεων «Στιγμή», Ζωοδόχου Πηγής 91-93 τότε, μου έχουν μείνει αλησμόνητες. Ήταν η δεκαετία του 1990.

Το μεσημέρι κάθε Σαββάτου, όταν σταματούσαν το αγκομαχητό τους οι μηχανές του πιεστηρίου, ο χώρος άρχιζε να πλημμυρίζει από κόσμο. Ο πάντα πρόσχαρος Αιμίλιος Καλιακάτσος άπλωνε στα τραπέζια πιάτα με νόστιμους μεζέδες, φερμένους από τους επισκέπτες, γέμιζε τα ποτήρια κρασί και ξεκινούσε η συζήτηση, που κράταγε αρκετές ώρες. Αυτή, συχνά διακοπτόταν, από πλανόδιους μουσικούς.
Στη συζήτηση πρωτοστατούσαν ο Επαμεινώνδας Γονατάς, ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο Σπύρος Τσακνιάς. Και οι τρεις τους, με το έργο τους, άφησαν έντονο το αποτύπωμά τους στην ελληνική πνευματική ζωή. Εδώ και πολύ καιρό έχουν περάσει στον τόπο των ίσκιων.
Ο Επαμεινώνδας Γονατάς ήταν ξεχωριστή φυσιογνωμία. Αποτελούσε αστείρευτη πηγή πληροφοριών, κυρίως για τα ελληνικά λογοτεχνικά πράγματα του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Ιδιαίτερα στεκόταν στις επαφές του με τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Γιώργο Κοτζιούλα, τον Δημήτρη Παπαδίτσα, τον Μίλτο Σαχτούρη και τον Νίκο Καχτίτση. Οι ιστορίες του από το Αγλαότεχνο Τυπογραφείο των Αδελφών Ταρουσόπουλου, στην άκρη του Νέου Φαλήρου, στη ρίζα του λόφου της Καστέλας, συγκινούσαν πάντα όσους ήταν παρόντες στη μάζωξη.
Κάποιες φορές, που απευθύνθηκα σε αυτόν, με αντιμετώπισε με ιδιαίτερη καταδεκτικότητα. Πρόθυμα απάντησε στα ερωτήματά μου για τα νεανικά λογοτεχνικά έντυπα «Μαθητικά Γράμματα» και «Παλμός», στα οποία έδωσε τα πρώτα κείμενά του στο τέλος του Μεσοπολέμου και στην περίοδο της Κατοχής. Με απασχολούσαν τότε έντονα οι συνθήκες έκδοσης των εντύπων και κάθε σχετική πληροφορία ήταν χρήσιμη.

Ο Επαμεινώνδας Γονατάς ασφυκτιούσε στην Αθήνα, για την οποία διέβλεπε πως σύντομα θα γινόταν «ακατοίκητη πολιτεία». Έτσι, αναζητούσε για χρόνια κάποιο μέρος, όπου θα μπορούσε να απομονωθεί και να γράψει. Είχε απογοητευθεί, ωστόσο, από την καταστροφή του ελληνικού τοπίου. Διαπίστωνε πως αυτή προχωρούσε με γοργούς ρυθμούς και πικραινόταν αφάνταστα. Η συνεχιζόμενη ανθρώπινη παρέμβαση, υποστήριζε, δημιουργούσε ένα εφιαλτικό μέλλον.

Αφού επισκέφτηκε αρκετά νησιά, «για ένα εγκαταλειμμένο ελληνικό σπιτάκι», το βρήκε τελικά στην Τήνο. Στην εύρεσή του θεώρησε πως είχαν συντελέσει η εύνοια της τύχης αλλά και οι ευχές της μακαρίτισσας της γιαγιάς του που είχε αγαπήσει πολύ το νησί. Σε αυτό, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, ζούσε έξι μήνες τον χρόνο.

Στην περίφημη επιστολή που έστειλε τον Οκτώβριο του 1976 προς τον Νίκο Εγγονόπουλου, μεταξύ πολλών άλλων, κάνει λόγο και στις αγωνιώδεις αναζητήσεις του ώσπου να αποκτήσει στέγη σε κάποιο νησί.
Από την ευρεία αναφορά που κάνει στην επιστολή στο σπίτι που εντόπισε στην Τήνο και στις προσπάθειες μετατροπής του σε τόπο αυτοσυγκέντρωσης, μεταφέρω εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα. Μέσα από αυτό διαγράφεται, έστω και υπαινικτικά, ο κόσμος του:

«Βρήκα σ’ ένα χωριουδάκι της Τήνου, χτισμένο μέσα σε μια λαγκαδιά, με θέα όμως και προς τη θάλασσα, κρυμμένο από τα βδελυρά κι άπληστα μάτια ξένων και ντόπιων κάφρων τουριστών, ένα πολύ μικρό, παμπάλαιο ελληνικό σπίτι. Δέχθηκαν να μου το πουλήσουν (παρ’ όλο που στα χωριά της Τήνου και σήμερα, δόξα σοι ο Θεός, δεν πουλούν εύκολα σπίτια), γιατί μεσολάβησαν άνθρωποι που την τιμούν ακόμα τη μνήμη της γιαγιάς μου, κι επειδή ήταν ρημαγμένο απ’ τις φθορές του χρόνου και την έλλειψη κάθε φροντίδας συντηρήσεώς του. Και τώρα με πολλούς κόπους και δυσκολίες, αλλά και με πολλή στοργή και σεβασμό στην απέριττη και απλοϊκή γραμμή του, το αναστηλώνω σιγά-σιγά και το κάνω κατοικήσιμο. Για να φαντασθείτε τι λιλιπούτειο είναι, το υπνοδωμάτιό του έχει 1,80 μήκος επί 1.70 φάρδος, έτσι που χρειάστηκε να ξαπλώσω στο πάτωμα κατά μήκος και διαγωνίως αρκετές φορές για να πεισθώ ότι θα χωρέσει ένα κρεβάτι. Και δεν είναι καν ορθογωνισμένο, στενεύοντας προς το παραθυράκι (όπως εξάλλου και όλοι οι άλλοι χώροι του, γιατί ο τεχνίτης που το έχτισε ήταν αναγκασμένος να δουλεύει ακολουθώντας τη μορφολογία του εδάφους). Κανονικό κελλί. Αλλά από τον φεγγίτη (στενό άνοιγμα, μάλλον, παρά παράθυρο) ατενίζεις επιβλητική θέα, μέρος της πλαγιάς κι έναν παλιό περιστεριώνα. Το σπίτι είναι χτισμένο σε βράχια, λόγο ψηλότερα και κάπως απόμερα απ’ το χωριό, όπου κατεβαίνεις από μια σκάλα με πέτρινα σκαλοπάτια. Το χωριό δεν το γύρισα ακόμα, παρά ώς ένα ελάχιστο σημείο, κι αυτό όταν η ανάγκη το καλούσε, γιατί κάθε φορά που πηγαίνω, πάω σαν τον λωποδύτη και κρύβομαι, φοβούμενος μη μετανοήσουν και μου το πάρουν πίσω, τώρα που το βλέπουν να ξαναποκτάει, επισκευαζόμενο την πρώτη του όψη».

Ανάλογες λιτές κατασκευές, φαντάζομαι, θα σώζονται σε όλα σχεδόν τα χωριά της Τήνου. Δεν μένει παρά να τις ανακαλύψει κανείς και να τις εκτιμήσει.
Δεν έχει σημασία ο όγκος τους αλλά η συγκίνηση που μεταφέρουν σε όποιον τις πλησιάζει και τις ψηλαφίζει. Αποπνέουν το ήθος μιας άλλης εποχής, τόσο διαφορετικής από τη δική μας. Κι ας τις χωρίζουν λίγες μόνο δεκαετίες.

No comments: