Showing posts with label Ημερολόγια του Δον Κιχώτη. Show all posts
Showing posts with label Ημερολόγια του Δον Κιχώτη. Show all posts

Thursday, February 9, 2017

Laudatio temporis acti…


  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
Ο ΝΟΥΣ πάντα γυρίζει στα παλιά, κι εγώ, σαν καλός γραμματικός, κάνω την laudatio temporis acti, την εξύμνηση παλαιών καιρών, και χάνομαι σε δρόμους και δρομάκια, σε πρόσωπα και καταστάσεις, σε σχέσεις φιλικές, ερωτικές, πολιτικές, επαγγελματικές, αποκαλύπτοντας ό,τι με σημάδεψε. Τώρα ένας χαιρετισμός, είναι αρκετός. Αλλά υπάρχουν κάποιες σχέσεις που δεν πρέπει να τις αφήσει κανείς ξεκρέμαστες, για να χαθούν στο διυλιστήριο του χρόνου. Και είναι αλήθεια ότι κάποιες σχέσεις ήταν βιώματα, γεγονότα ψυχικά. Δεν ξέρω αν όλοι οι άνθρωποι είναι ικανοί να έχουν βιώματα τέτοιου είδους! Αναρωτιέμαι ποια θα μπορούσε να είναι η αξία των περιεχομένων τους…

Saturday, October 22, 2016

Οκτώβριος στη Σεβαστουπόλεως...



  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

ΣΑΝ ΑΛΟΓΟ, με αμολητά τα γκέμια! Ήμουν κρυμμένος πίσω από μία κολόνα και όταν η δική μου Νεφέλη βγήκε από το φαρμακείο την ακολούθησα. «Μα τι κορμί είναι αυτό; Λαμπάδα...», σκέφτηκα και βάλθηκα ν' αρχίσω την παρακολούθηση, λες και ήμουν ντετέκτιβ. Η Νεφέλη περπατούσε γοργά και κάποια στιγμή έβγαλε από την τσάντα της ένα σκούφο και τον φόρεσε. Σα να ψιλόβρεχε κι ενώ εκείνη έστριψε στην πρώτη γωνία, εγώ που στο μεταξύ είχα αποξεχαστεί και χάζευα σε μια βιτρίνα, δεν την πρόσεξα και καθώς πήγα να τρέξω, πέφτω πάνω σε μια κολόνα. Λίγο έλειψε να φάω κωλοτούμπα, αλλά με συγκράτησε ένας άλλος περαστικός. «Ευχαριστώ...», ψέλλισα κι άρχισα να κοιτάζω πέρα-δώθε για την Νεφέλη. Εκείνη όμως είχε εξαφανιστεί. Η αλήθεια είναι ότι στην γωνία είχε παρκάρει το αμαξάκι της. Μπήκε κι έφυγε αμέσως και χάθηκε στη λεωφόρο.

Saturday, October 15, 2016

Ρεμβασμός στο πρωινό του Σαββάτου!!!

santillana-del-mar-%ce%b9%cf%83%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%af%ce%b1

https://www.timesnews.gr

  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ
ΤΕΛΙΚΑ, αυτό το «μέσο» μ’ αρέσει. Εννοώ το διαδίκτυο. Χαίρω που μου δίνει αφορμές για αναγνώσεις και σχεδόν το χρησιμοποιώ ως ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ, σε κοινή θέα!! Οι αναρτήσεις δεν διεκδικούν κάτι. Απλώς, βρίσκω αφορμές, διαβάζω και γράφω. Τίποτε περισσότερο. Γιατί είναι και το άλλο:  όταν τα αφήνεις τα γράμματα, σ’ αφήνουν κι αυτά. Οι επινοητικές ικανότητες αδρανούν, αχρηστεύονται. Η ατροφία του πνεύματος καραδοκεί. Έτσι, ξεφεύγω από την καθημερινή θολούρα, κυρίως της πολιτικής και των παρεπομένων της, που δυστυχώς στις μέρες μας έχει σχέση μονάχα με το ψέμα που έχει θρονιαστεί στα κυβερνητικά θεωρεία, την υποκρισία, την εξαπάτηση, τη διαστροφή….

Monday, September 26, 2016

Τι να σου πω; Πλήττω θανάσιμα…



https://www.timesnews.gr/

  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Δεν κοιμήθηκα ποτέ μαζί της αλλά μιλάω συχνά μαζί της!!! Η Άννα μπορεί να δείχνει λιγομίλητη, αλλά όταν αρχίζει να μιλάει, θέλει να διευθύνει την κουβέντα. Και βέβαια έχω καταλάβει ότι κοιμάται μόνη της στο απέραντο σπίτι της, όπου κατοικεί με την μάνα της που είναι κατάκοιτη στο κρεβάτι και την προσέχει μια Βουλγάρα..

Saturday, September 24, 2016

...Και τα σπίτια έχουν ψυχή!!!


https://www.timesnews.gr/

  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ


Έγραψα για την επιστροφή στο πατρικό και συγκινήθηκα για άλλη μια φορά όταν η φίλη μου, το διάβασε και μου έγραψε ότι έτσι μια μέρα κι εκείνη αποφάσισε να πάει στο χωριό της κι αντίκρισε μια εικόνα απελπισίας. Γκρεμισμένοι τοίχοι, κεραμίδια πεσμένα, σπασμένα τζάμια, πεσμένα δοκάρια... Μονάχα η πρόσοψη είχε μείνει άθικτη, ενώ και η αυλή τριγύρω είχε χαθεί μέσα στα αγριόχορτα που είχαν μεγαλώσει. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και τα σπίτια έχουν ψυχή, που φεύγει κι αυτή μόλις χαθούν εκείνοι που τα κατοίκησαν.

Tuesday, September 20, 2016

Η μυρωδιά μιας άλλης εποχής

  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Δεν το βλέπω μονάχα εγώ. Δεν το νιώθω μονάχα εγώ! Είναι κι άλλοι… Αυτό που βλέπουμε και νιώθουμε είναι ένα αίσθημα εγκατάλειψης να κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία. Γενική εγκατάλειψη και απόλυτη χαλάρωση. Η καθημερινότητα ακολουθεί τη νωχελική τάση της με μικροεπεισόδια, τα οποία όμως δεν φαίνεται ότι έχουν τη δύναμη ν’ αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων. Φανταστείτε ότι πάτε να επισκεφθείτε το σπίτι των γονιών σας που έχουν προ πολλού εγκαταλείψει τα εγκόσμια.

Monday, September 12, 2016

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΕΠΝΕΕ ΜΙΑ ΘΟΛΗ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ


  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Μόλις άρχισε να βρέχει βγήκα στο δρόμο κι ένιωσα να μουσκεύω. Χωρίς ομπρέλα. Εξάλλου δεν βιαζόμουν. Ήθελα να βραχώ, να φύγουν από πάνω μου όσα μ’ ενοχλούσαν. Θα ήθελα ο δρόμος να μην είχε αυτοκίνητα. Κάτι τέτοιες στιγμές αφήνω την φαντασία μου ελεύθερη με τρομερές πιθανότητες να βρεθώ ξαφνικά εκεί στο δρόμο, και να μπω σ’ ένα καφέ, να πιω ένα ποτήρι μπίρα και καθιστός δίπλα στη μπάρα να περιμένω… Η γυναίκα που καθόταν στο παραδίπλα τραπέζι, με κοίταζε κάπου-κάπου, με τα απαλά μάτια της, καπνίζοντας και μετά ριχνόταν στο διάβασμα. Μου φάνηκε πως ετοιμαζόταν να μου χαμογελάσει και τα χείλη της ήταν κατακόκκινα.

ΕΧΕΙ ΤΗ ΝΗΦΑΛΙΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ


  • Γράφει ο ΝΙΚΟΣ ΛΑΓΚΑΔΙΝΟΣ

Μπήκε το φθινόπωρο που περίμενα για να μαζευτώ στη μοναξιά του δωματίου μου και να διαβάζω πυρετωδώς τα βιβλία που δεν διάβασα και πρέπει να προλάβω – αν και δεν υπάρχει περίπτωση να χορτάσει κανείς το διάβασμα όσες ζωές και να διαθέτει! Αλλά και να γράφω, και να συζητώ με ανθρώπους που γράφουν, με ανθρώπους που αγάπησαν το θέατρο και πίστεψαν στη μαγεία του και μ’ εκείνους που κάτι έχουν να πουν, όπως είναι ο μανάβης της γειτονιάς μου και η υπάλληλος του ταχυδρομείου που της αρέσει ο Χωμενίδης, που εγώ πλέον τον βρίσκω αδιάφορο. Έχω την εντύπωση πως πέρασαν οι εποχές που ένα ερωτικό μυθιστόρημα έχει αντίκρισμα σήμερα που ανίκανοι πολιτικοί διαχειρίζονται τις τύχες μας.

Tuesday, October 6, 2015

ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ ΟΜΩΣ Η ΦΑΙΔΡΑ!!!!!!!



Η Φαίδρα είχε ξεχάσει τι είναι πρωί. Πριν τις δέκα δεν ξυπνούσε ποτέ. Καμιά φορά συνέχιζε να κοιμάται μέχρι το μεσημέρι. Μερικές φορές σηκωνόταν, έτρωγε το πρωινό της, έκανε ένα ντους κι έμενε στο κρεβάτι για πολλή ώρα, με τα μάτια κλειστά, αλλά χωρίς να κοιμάται, σχεδόν ακίνητη, ανάμεσα στα μαξιλάρια…

Saturday, July 25, 2015

Ο ΒΟΥΡΚΩΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΣ ΠΟΘΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ....



Ο Μίλτος είπε στη γυναίκα του ότι θα πήγαινε στο γραφείο γιατί είχε μια υπόθεση πολύ σοβαρή κι έπρεπε ν’ ασχοληθεί μ’ αυτή. Έλεγε ψέματα. Η δικηγορία πλέον δεν τον ικανοποιούσε. Ελάχιστες δουλειές είχε τελευταία. Ήταν και η κρίση που είχε κι ένα καλό: οι άνθρωποι πια δεν τρέχουν όπως παλιότερα στα δικαστήρια για ψύλλου πήδημα.  Όλοι έχουν μαζευτεί στα εικοσιτέσσερα. Κι αυτός έχει κουραστεί με τις πολιτικές εξελίξεις. Όλα αυτά με τους δανειστές, τα μνημόνια, την ανεργία, την κρίση γενικώς, τον έχουν καταβάλει ψυχολογικά. Αν έχει κάνει βουτιά η οικονομία, δεν μπορεί παρά να ξαναβρεθεί στην επιφάνεια. Κάποια στιγμή θα ξαναρχίσουν οι δουλειές. Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται έτσι αυτή η κατάσταση. Κι ας είναι στην κυβέρνηση όποιος θέλει…

Sunday, May 31, 2015

«…ΚΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ Θ’ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙΣ ΜΕ ΠΟΙΟΥΣ ΘΑ ΠΑΣ ΚΑΙ ΠΟΙΟΥΣ Θ’ ΑΦΗΣΕΙΣ…»


Ναι, είναι ένας στίχος από το τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου. Θα πω παρακάτω γιατί τον αναφέρω αυτό τον στίχο. Αλλά θα γράψω ότι κάποτε, τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, του είχα πάρει μια συνέντευξη. Δηλαδή, του είχα ζητήσει μια συνέντευξη για τον ΑΓΩΝΙΣΤΗ και πήγα να τον βρω. Ήταν μια μέρα βροχερή. Είχαμε δώσει ραντεβού στο σπίτι του κι εγώ περίμενα να καθαρίσει ο ουρανός, αλλά τελικά βράδιασε και η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει. Όταν έφτασα στη μονοκατοικία που έμενε, κάπου εκεί αριστερά μετά τον Βασιλόπουλο στον παράδρομο της Κηφισίας και χτύπησα το κουδούνι, μου άνοιξε ο ίδιος. Ήταν φιλικός, όπως έμεινε τελικά ο Διονύσης, ένας άνθρωπος φιλικός για όλους. Περίπου δυο ώρες έμεινα εκεί και ήταν μια ιδιότυπη συνέντευξη. Τον ρωτούσα και μου απαντούσε, ενώ συγχρόνως έγραφε τις απαντήσεις σε χαρτί τετραδίου με μολύβι. Εκείνα τα χειρόγραφά του τα έχω ακόμα. Την συνέντευξη τη δημοσίευσα και ήμουν ευχαριστημένος.

Sunday, May 24, 2015

ΣΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΟΜΗΣ...


Συνέχεια από το προηγούμενο:  Η αγία τριάδα των διαδικτυακών εραστών…
ΜΕΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΙΣΩ…
Ήταν πολύ πρωί, σχεδόν τέσσερις, όταν άκουσε κάτι περίεργους ήχους από το διπλανό δωμάτιο. Σαν χαστούκια, σαν βουρδουλιές… Κι αμέσως μετά οι κραυγές μιας γυναίκας. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και δεν μπορούσε να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Ανακάθισε για κάμποση ώρα χωρίς ν’ ανασαίνει. Αυτά που άκουσε πριν επαναλήφθηκαν αρκετές φορές κι αυτός προσπαθούσε να σκεφτεί…

Monday, May 18, 2015

Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΩΝ ΕΡΑΣΤΩΝ…



[«Δεν υπάρχουν ευτυχισμένοι έρωτες, μωρό μου…», Ντίνος Χριστιανόπουλος] 

Αυτός καθισμένος βαθιά μες στην πολυθρόνα κοιτούσε στο ταβάνι με το βλέμμα απλανές και περίμενε... Εκείνη στεκόταν κι έδειχνε φανερά ότι ντρεπόταν, είχε αναστολές και μάλλον τα μάγουλά της ήταν κόκκινα περισσότερο από το κανονικό. Το ένιωθε ότι κοκκίνιζε κι επιπλέον αισθανόταν ένα γνώριμο ζεστό κύμα ν’ απλώνεται στο κορμί της. Είχε την εντύπωση ότι ήταν εκτεθειμένη σε δεκάδες μάτια, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Ήταν οι δυο τους μέσα σ’ ένα τεράστιο άδειο σπίτι, στην εξοχή. Η νύχτα είχε απλώσει παντού το πέπλο της και μονάχα ακουγόταν ο γκιώνης. Τίποτε άλλο. Ο γκιώνης, η νύχτα, εκείνος, εκείνη και η μοναξιά της…

Πόσες κουβέντες είχαν ανταλλάξει και πάντα αγωνιούσε για τη στιγμή που θα βρίσκονταν κοντά, μόνοι και μακριά από την τυπική καθημερινότητα, που ντύνεται με κάθε λογής φορέματα, λέξεις και μορφασμούς, δικαιολογίες διάφορες και μικρά ψέματα. Τώρα είναι εκεί, μαζί, μια αναπνοή μακριά, κοντά, απλώνει το χέρι της κι εκείνος αργά-αργά το πιάνει και την τραβάει κοντά της. Αφέθηκε, χωρίς αντίσταση. Έτρεμε ολόκληρη, αλλά έκλεισε τα μάτια κι έβλεπε χρώματα να εναλλάσσονται: πράσινο, κίτρινο, κόκκινο, γαλάζιο, άσπρο… μια χρωματική πανδαισία λουσμένη στο φως.
Έξω ο αέρας σάρωνε ό,τι έβρισκε μπροστά του κι έψαχνε ανάμεσα στις φυλλωσιές. 

Sunday, February 15, 2015

ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ…


Κάπου διάβαζα για τους δρόμους του μυαλού, αλλά δεν στάθηκα και πολύ για να καταλάβω το νόημα της πρότασης. Μου άρεσε όμως η έκφραση. Οι δρόμοι του μυαλού, τους οποίους ανοίγουμε είτε με τη φαντασία μας, είτε με τον πόθο μας είτε ακόμα και με την δειλία μας. Τουλάχιστον αυτό μπορώ να το επικαλεστώ για μένα, για τους δρόμους τους δικού μου μυαλού. Δεν μιλώ για τίποτε λεωφόρους, αλλά για δρομάκια, που νομίζω ότι μπορώ να κρύβομαι ή να χάνομαι και πολλές φορές ν’ απολαμβάνω τη μοναξιά και την αξία μιας διαδρομής. Είναι ακόμη και η όρεξη που έρχεται ν’ ανοίγω δρόμους καινούργιους. Κόλλησα σ’ αυτό. Κι από εκεί ορμώμενος έλεγα πάντα:
«Και τώρα πάρε δρόμο…»                                      

Friday, January 30, 2015

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΟΝΙΑ….




Την χώρα άρχισε να την κυβερνάει μια μειοψηφία μπεχλιβάνηδων, που πασχίζει να προσανατολιστεί μέσα στην ανεμοζάλη και να συλλάβει κάτι από τους μεγάλους ίσκιους που δίνουν ανάστημα στον ορίζοντα. Για είκοσι περίπου μέρες που διάρκεσε η προεκλογική περίοδος ανέμισαν τις πολύχρωμες σημαίες τους, ζαλώθηκαν τον εγωισμό και τις φιλοδοξίες τους, και τώρα σέρνουν το κάρο της αγαπημένης χώρας, προς άγνωστη κατεύθυνση.

Ο φίλος μου ο Πορφύρης ήρθε να πιούμε καφέ και να κουβεντιάσουμε κι έτσι όπως είμαστε χωμένοι στις πολυθρόνες, μοιάζουμε σαν οδοιπόροι που έκατσαν να ξεκουραστούν και να πάρουν μιαν ανάσα πριν ξαναρχίσουν την οδοιπορία τους. Δεν μπορούμε να κρύψουμε τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν για την πολιτική κατάσταση.

Wednesday, January 28, 2015

Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΕΙ ΟΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ!!!!!


Ο φίλος μου ο Πορφύρης νιώθει περισσότερο από κάθε άλλη φορά μονάχος. Αποκομμένος από τον κόσμο και τις παρέες του, έχει μαζευτεί στα εικοσιτέσσερα. Τις προάλλες μιλούσαμε στο τηλέφωνο και τον άκουγα να μιλάει στεγνά, σχεδόν ξέπνοα και νόμισα ότι κάτι μπορεί να του συμβαίνει. Σκέφτηκα ότι δεν είναι δυνατόν να μην τον έχουν επηρεάσει οι πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες είμαι βέβαιος ότι δεν του άρεσαν και γι' αυτό σταμάτησε τις πολιτικές συζητήσεις. Παρακολούθησε τα τελευταία γεγονότα και την κυβερνητική αλλαγή και πλέον νιώθει ότι η χώρα έχει πάρει μια στροφή που μάλλον σε τοίχο οδηγεί. 

«Μήπως είσαι υπερβολικός;» του λέω.                                                         
«Καθόλου… Είμαι ρεαλιστής…», απαντά.
«Μα, τα μηνύματα…», πάω να του πω, αλλά με κόβει.
«Ποια μηνύματα; Υπάρχουν εσωτερικά μηνύματα και τα εσωτερικά μηνύματα μιας εποχής δεν τα πιάνουν ούτε όλοι οι άνθρωποι ούτε καν η πλειοψηφία τους. Αν τα μηνύματα του μέλλοντος χρειάζονται μεγαλοφυΐα για να αιχμαλωτιστούν, τα μηνύματα του παρόντος χρειάζονται μιαν ειδική ευαισθησία τουλάχιστον ή και κατάλληλη προπαίδεια. Ούτε καν το να είσαι τυπικά μορφωμένος ή και επαγγελματίας της πένας αρκεί…»

Thursday, October 9, 2014

ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΕΛΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΟΝΙΑ;;;;



Ήταν απλώς ένας τσακισμένος άνθρωπος. Ο μονόλογός του είχε αρχίσει να τον ενοχλεί και τον ίδιο. Της μιλούσε, της έγραφε γράμματα, ποιήματα, της έστελνε μηνύματα με το διαδίκτυο, αλλά εκείνη δεν απαντούσε. Κρατούσε δίπλα του και τα δυο τηλέφωνα – το σταθερό και το κινητό. Δεν γινόταν, κάποια στιγμή θα του τηλεφωνούσε. Τον έτρωγε η αγωνία. Αυτά που σκεφτόταν για εκείνη τα είχε στο αρχείο του εγκεφάλου του, ταξινομημένα, έτοιμα να βγουν και να γεμίσουν αγαλλίαση τη σχέση τους. Ένα τηλεφώνημά της, όπως παλιά, ήταν αρκετό. Μια λέξη!! Αλλά ματαίως…  

Τρέχουμε ανάμεσα στα σύννεφα, μέσα στον ουρανό. Γύρω μας ακούγεται ένα βουητό. Είμαστε εμείς που καθόμαστε ήρεμα κι ολόκληρος ο κόσμος σαλεύει ή μήπως είναι μόνο η ατρόμητη φυγή μας; Ζαλίζεσαι;; 

Ο Πορφύρης δεν ζαλίζεται γιατί έχει τα μάτια και τη σκέψη του καρφωμένη σ' ένα και μοναδικό πρόσωπο...

Θα σε κρατώ σφιχτά κι όταν ο κόσμος χαθεί, όταν το αμάξι μας  διλαυθεί η΄σαπίσει μέσα στα σύννεφα, θα κρατιόμαστε σφιχταγκαλιασμένοι και θα πλανιόμαστε μέσα στη σφαιρική αρμονία...

Ένιωθε ότι παιζόταν ένα έργο κι αυτός ήταν ο κομπάρσος. Η Σόνια ήταν γι’ αυτόν η καθημερινή τροφή, ήταν  ένα ζωτικό όργανο από το ίδιο του το σώμα. Παρακολουθούσε από μακριά τη ζωή της. Στηνόταν με τις ώρες στη γειτονιά της, αλλάζοντας κάθε φορά δρόμους και γωνίες κι έβαζε στο μάτι το φούρνο, το μανάβικο κι εκείνο το μίνι μάρκετ που παλιότερα το επισκέπτονταν μαζί. Αναρωτιόταν αν είχε προμήθειες στο σπίτι τόσες ώστε να μη χρειάζεται να βγαίνει κάθε λίγο για ψώνια… 

Την έβλεπε μονάχα στις φωτογραφίες, που αναρτούσε στο face book. Δεκάδες φωτογραφίες που ήξερε ότι θα προσελκύσουν την περιέργεια των διαδικτυακών φίλων, οι οποίοι καιροφυλακτούσαν να της γράψουν ότι είναι «υπέροχη», «ομορφότερη όσο ποτέ», «μια γλυκιά παρουσία στο φβ», «τι ωραία μάτια», «τι καταπληκτικό χαμόγελο» και άλλα τέτοια που φυσικά τροφοδοτούν τη ματαιοδοξία κάθε γυναίκας κι επόμενο ήταν να βάζουν φωτιά στον συναισθηματικό κόσμο της Σόνιας. 

Ωστόσο, η πραγματικότητα για την Σόνια ήταν διαφορετική, αφού όλα όσα της έγραφαν δεν της έκαναν εντύπωση. Έβαζε ένα like για τα μάτια των «φίλων» της κι έδειχνε απλώς να το απολαμβάνει δίχως κάποιες συνέπειες. Περισσότερο ένιωθε να την κατακλύζει μια απέραντη χαρά όταν ξεδίπλωνε τις αναμνήσεις και οι φωτογραφίες αποτελούσαν σταθμούς στη ζωή της, όπως λόγου χάρη οι σπουδές της. 

Την τελευταία φορά που ήσαν μαζί με τον Πορφύρη, του είχε πει ότι θα λείψει για λίγο καιρό στην Αγγλία κι εκείνος ο κακομοίρης ενώ έβλεπε τη δραστηριότητά της στο φβ, δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν όντως στο Λονδίνο ή εξακολουθούσε να παραμένει  στην Αθήνα. Δεν ήθελε όμως να χαλάσει τον παρηγορητικό της μύθο κι έτσι δεν προσπάθησε καν να κάνει τον ντετέκτιβ. Ήθελε τα πράγματα να εξελιχθούν ομαλά. Όταν πέρασαν περίπου δυο εβδομάδες και σκέφτηκε ότι μάλλον θα είχε επιστρέψει, τότε άρχισε κι αυτός ν’ ανησυχεί, μη τυχόν και τον ξέχασε, ή δεν τον θέλει πια ή και το πιθανότερο μήπως ξανάρχισε να κλείνεται στον εαυτό της, οπότε, άντε ξανά αγώνας ν’ ανοίξει την καρδιά της. Κι αν η Σόνια γύριζε σελίδα, δεν ήταν εύκολο να συμβαδίσει μαζί της. 

Πάντως σήμερα που την είδε ξανά χαμογελαστή, ο νους του με άλματα βρέθηκε στο Παρίσι και είδε τον εαυτό του μαζί με τη Σόνια να κάθονται στο Le Bouquet du Nord, στη rue de Maubeuge. Εκεί άρεσε στη Σόνια γιατί ήθελε να κάνει τη βόλτα της από την Όπερα. Απολάμβανε αυτή την περιοχή. Έπιναν το Café au lait, γιατί το πενήντα τοις εκατό αποβουτυρωμένο γάλα και το πενήντα τοις εκατό μουχλιασμένο κιχώριο δημιουργούσαν μια ψυχοφυσική πραγματικότητα, ανάμεσα σε μια φλυαρία κοινότοπη. Απλώς απολάμβαναν και οι δυο την παρισινή ατμόσφαιρα. Η Σόνια χανόταν στις όπερες που είχε δει στο Λονδίνο. Ο Πορφύρης ούτε που νοιαζόταν για τις όπερες… Την άφηνε να μιλάει, να μιλάει, κι αυτή έδειχνε πραγματικά ότι βρισκόταν αλλού.

Saturday, October 4, 2014

Credo quia absurdum




Κρύωσε ο καιρός. Πρέπει τώρα πλέον να φοράς και κάτι παραπάνω. Η νυχτιάτικη ψύχρα είναι και λίγο ύπουλη αυτή την περίοδο. Η αποψινή βόλτα περιορίστηκε γιατί βαρέθηκα να περπατάω αφού ένιωθα ότι η περιοχή τούτη δεν μου λέει και πολλά πράγματα. Και έχω αρχίσει να πιστεύω ότι η πόλη είναι αδειανή από αισθήματα. Οι άνθρωποι όμως που έχουν αισθήματα είναι κρυμμένοι στα σπίτια τους κλειδαμπαρωμένοι και βάζουν τραγουδάκια στο διαδίκτυο για να σπάσουν τη μονοτονία της μοναξιάς τους. Ή ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις μη τυχόν και βάλουν δίπλα-δίπλα ο ένας τη μοναξιά του άλλου για ν’ αλλάξει και τούτη η νυχτιά. Κι αν κανείς ψάξει καλά θα καταλάβει ότι ο ένας πουλάει αγάπη, ο άλλος οίκτο, μια νεαρή σου ζητάει να υπογράψεις για να τιμωρηθεί εκείνος που πυροβόλησε τον σκύλο, ένας παλιός σύντροφος σε τραβάει στο παλιό ουζάδικο για να ξεφυλλίσετε το ημερολόγιο της νιότης, κι εσύ χαμένος στον δικό σου κόσμο να μένεις αποσβολωμένος, κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τις φωτογραφίες της Σόνιας. Τα μάτια έχουν κολλήσει στη φωτεινή κολόνα του λαιμού της. Αυτή η σχέση είναι παράλογη κι εγώ εξακολουθώ να πιστεύω σ’ αυτήν και δεν ξέρω γιατί…  Είναι η λογική του χριστιανικού δόγματος το παράλογο. Credo quia absurdum!!! Αλλά δεν μπορώ να υποχωρήσω ή να διαγράψω μια σχέση που με κάνει ν’ αναρωτιέμαι για πολλά πράγματα στα οποία ποτέ δεν έδωσα απάντηση. Είναι και η φαντασία η άτιμη που πάντα ζωντανεύει και μερικές φορές με κάνει δυστυχισμένο. Πώς να εξηγήσω στη Σόνια ότι μ’ έχει αιχμαλωτίσει;;; Δεν έχω καταλάβει ακόμη τι θέλει! Η αλήθεια είναι ότι το πάθος της για ελευθερία την κάνει να μοιάζει πως έχει ανάγκη από μια υψηλότερη μορφή έρωτα. Κι αυτό το νιώθω όταν με αγκαλιάζει απαλά και με φιλά όπως η θάλασσα την εικόνα του φεγγαριού.

Monday, September 8, 2014

Main stream media και on-line καμάκι…



Όταν απέναντί μας υπάρχουν τα main stream media, είναι φανερό ότι δεν έχουμε ελπίδα επιβίωσης. Όσο και να ενθουσιαζόμαστε με την υποτιθέμενη δύναμη της δικής μας εναλλακτικής ενημέρωσης… Tο μόνο που καταφέρνουμε είναι μερικές φορές να γινόμαστε γραφικοί. Και καταλήγουμε να βγάζουμε τα απωθημένα μας για κάποια πρόσωπα, για τα κόμματα των άλλων, για τις ομάδες των άλλων, να γράφουμε ποιήματα και να περιγράφουμε ό,τι μας καίει τα σωθικά.

Monday, June 2, 2014

"Πάει κι ο Θεόφιλος..."

"Το ξέρω ότι η ανεργία καλπάζει, ότι υπάρχει φτώχεια, ότι οι τσέπες μας έχουν αδειάσει από τα συνεχή χαράτσια, ότι δεν μπορώ ν' αγοράσω ένα βιβλίο, ότι δεν πάω πλέον να φάω στην ταβέρνα..."
Ο Νικολό τα έλεγε αυτά, αλλά όλως περιέργως ήταν ήρεμος. Κι αυτό θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει στο γεγονός ότι πέρασε την κόκκινη γραμμή και έχει αποδεχτεί πλέον την κατάσταση έτσι όπως επιβάλλεται από τους κυβερνώντες.

Εγώ τον παρακολουθούσα και τον θαύμαζα που είχε καταφέρει να ηρεμήσει τα νεύρα του. Κι αυτό έγινε από την ημέρα που πήγε στον ψυχίατρο και του έδωσε εκείνα τα seroxat. Ένα χάπι κάθε βραδάκι κι ο Νικολό καθόταν πια στη βεράντα, αγνάντευε τον Υμηττό κι ονειρευόταν ταξίδια που ποτέ δεν κατάφερε να κάνει.
Η Σούζι τον συντρόφευε μερικές φορές τ' απογεύματα, αλλά της άρεσε να κάνουν εκδρομές κατά τον Κάλαμο γιατί αυτός είχε μνήμες ευχάριστες από τα παιδικά του χρόνια. Συνήθως στα χρόνια του Δημοτικού σχολείου πήγαιναν πάντα εκδρομή στον Κάλαμο κι έτσι ο Κάλαμος είχε κάτι το μαγικό, που τον συνέδεε με μια εποχή αγωνίας και έρωτα. Τότε ήταν που είχε ερωτευτεί την Τόνια, αλλά φυσικά ποτέ δεν της το είχε πει.
Τώρα πια αποκαμωμένος από την ανιαρή καθημερινότητα και τους ανιαρούς ανθρώπους που βρίσκονται στο προσκήνιο της κοινωνίας, σχεδιάζει συναντήσεις με τους παλιούς φίλους του, αλλά δεν βρίσκει άκρη. Πολύ θα ήθελε να ξαναβρεθεί μαζί τους για να τους δει πώς έζησαν τα χρόνια που ο καθένας κοίταζε μονάχα τον εαυτό του. Μια μέρα του τηλεφώνησε ο Λουκάς και του ανήγγειλε ότι πέθανε ο Θεόφιλος που είχαν βρεθεί μαζί και στη Θεσσαλονίκη στο πανεπιστήμιο. 
"Πάει ο Θεόφιλος..."
"Κρίμα. Τι είχε; Αρρώστησε;"
"Δεν ξέρω, αλλά λυπήθηκα. Θυμάσαι που τον κάναμε παρέα στη Θεσσαλονίκη; Έμενε στην Αγγελάκη..."

Ο Νικολό ένιωσε μιαν ανατριχίλα, αφού από το μυαλό πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία δεκάδες εικόνες μιας εποχής, φυσικά ανεπανάληπτης, στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη. Έγειρε το κεφάλι του στην πολυθρόνα κι έκλεισε τα μάτια. Το πανεπιστήμιο, ο Βαρδάρης, η Σχολή Τυφλών, ο Λευκός Πύργος, η Κασσάνδρου, η παραλία, ο Άγιος Δημήτριος, το Διοικητήριο, η ΧΑΝΘ, η βιβλιοθήκη, η μπουγάτσα και ο κινηματογράφος, τα κυριακάτικα πρωινά με τις φωνές των οπαδών του ΠΑΟΚ, η Θεοδούλη, ο Γιάννης, η Κατερίνα, η Αντιγόνη, ο Λουκάς, ο Τριαντάφυλλος, ο Σταμάτης, ο Ανέστης, αλλά και ο Θεόφιλος...

Πάει λοιπόν ο Θεόφιλος, ο οποίος εδώ που τα λέμε ήταν πάντα λίγο περίεργος. Συμμετείχε στην παρέα, αλλά είχε κάτι απροσδιόριστα υπεροπτικό. Κοίταζε τους άλλους αλλά πίσω από τα χοντρά γυαλιά του κανείς δεν καταλάβαινε καλά το ύφος του. Έπαιζε όμως καλό σκάκι και ήταν από εκείνους που πάντα μιλούσε πολιτικά στις παρέες, αλλά έκανε κουβέντα και κάτι για οικολογίες και τέτοια. Ενώ οι άλλοι αναφέρονταν στα έργα και τις ημέρες της χούντας, αυτός είχε το μυαλό του στην προστασία του περιβάλλοντος. Και τώρα χάθηκε... στο περιβάλλον!

Αυτό φοβόταν ο Νικολό. Στο προσκλητήριο των παλιών συμμαθητών και συμφοιτητών ν' αρχίσει να μετράει απόντες. Αυτή η σκέψη πάντα τον ενοχλούσε. Αλλά όμως, σχεδόν μαζοχιστικά, το επιδίωκε λες και ήθελε να νιώσει τη δική του υπεροχή ανάμεσα στους ζωντανούς. Εξάλλου, πίεση δεν είχε, τριγλυκερίδια δεν είχε, ζάχαρο δεν είχε... Σε γενικές γραμμές κρατούσε καλά. Ο γιατρός όμως πάντα του έλεγε ότι χρειάζεται γυμναστική.
"Να περπατάς, να περπατάς... Α, να τρως και κόκκινο κρέας..."
Μια κουβέντα είναι να περπατάει κανείς μες στην Αθήνα.

Γι' αυτό επέμενε η Σούζι να βγαίνουν εκτός Αθηνών, για να έχουν την ευκαιρία να περπατάνε. Αν και εδώ που τα λέμε, όλη η Αττική είναι χτισμένη και πρέπει να γίνεσαι κάθε τόσο εξερευνητής μπας και ανακαλύψεις δρόμους ήσυχους και αγρούς για να ξεδώσεις περπατώντας. Πάντως το διάβασμα και οι μακρινοί περίπατοι τον συγκινούσαν πολύ. Δεν μπορούσε πια να πάει ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο. Κι ενώ είχε στο σπίτι του μια καινούργια τηλεοπτική συσκευή, σπανίως την άνοιγε διότι δεν άντεχε όλους αυτούς τους υπερφίαλους τηλεπαρουσιαστές που δημιουργούσαν αφενός μια ψευδή εικόνα της κοινωνίας και επιχειρούσαν να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη σύμφωνα με τα συμφέροντα των αφεντικών τους, αφετέρου ένιωθε ότι τα σκουπίδια που καθημερινά ξερνάει η τηλεόραση στα ελληνικά σπίτια, κάποιος πρέπει να τα μαζέψει αλλά κανείς δεν φαινόταν στον ορίζοντα.

Η Σούζι είχε κι έναν άλλο λόγο να τον βγάζει από το σπίτι και να περπατάνε στην εξοχή. Πάλευε απεγνωσμένα να μάθει γι' αυτόν όσα περισσότερα μπορούσε και τούτο διότι ο Νικολό ήταν φειδωλός όταν επρόκειτο να μιλήσει για τον εαυτό του. Οι πληροφορίες που έδινε, έβγαιναν με το σταγονόμετρο. Δεν το έκανε επίτηδες. Απλώς δεν νοιαζόταν. Αισθανόταν περισσότερο ευτυχισμένος με τις στιγμές που ζούσε. Το παρελθόν δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ωστόσο όταν έπιανε το νήμα, μιλούσε με νοσταλγία για τον καιρό της νιότης. Μπορεί να είχε απομακρυνθεί από εκείνη την εποχή, όμως έδειχνε να θυμάται τα πάντα και η μυρωδιά της σκορπιζόταν γύρω του όταν μιλούσε ιδίως για τη σχέση του με την Θεοδούλη, που η ανάσα της είχε κάτι από τον καθαρό αέρα της θάλασσας. Μια εβδομάδα μαζί της στην Ερέτρια, ένα καλοκαίρι, έφτασε για να τη συνδέσει με την ευφορία που νιώθει κανείς όταν τα πνευμόνια του χορταίνουν από εκείνον τον καθαρό θαλασσινό αέρα. Και ο θαλασσινός αέρας πάντα του έδινε ώθηση, σαν εκείνα τα ιστιοφόρα που προχωρούν με τα πανιά τους ανοιχτά, γιατί απλώς συνεννοούνται μια χαρά με τον άνεμο και πάνε πρίμα.

Ο αέρας όμως δεν άρεσε στη Σούζι γιατί του έλεγε ότι νευρίαζε επειδή την ξεχτένιζε, γέμιζε με σκόνες το σπίτι της και χτυπούσε με δύναμη τα παράθυρα όταν τα είχε ανοιχτά.
"Α, δεν έχεις δίκιο", της έλεγε ο Νικολό. "Σαν φυσάει και βλέπω να μπερδεύει τα μαλλιά των γυναικών, τις νιώθω ατίθασα πουλάρια..."
"Εσύ μπορεί να βλέπεις ατίθασα πουλάρια, αλλά εγώ όταν φυσάει έχω νεύρα και πολύ θα ήθελα να χαστουκίσω τον αέρα..."

Ο Νικολό όμως τρελαινόταν με τον αέρα και τη βροχή. Ένιωθε μιαν απέραντη αγαλλίαση. Μόλις έβλεπε στον ουρανό λίγα συννεφάκια, έλεγε από μέσα τους διάφορες ακατανόητες λέξεις, όπως οι Ινδιάνοι, για να βρέξει. Φυσικά δεν έβρεχε... Αλλά το νερό ήταν ένα στοιχείο που τον ενθουσίαζε. Αφού έλεγε πάντα ότι αν στην άλλη ζωή υπάρχουν καταρράχτες και ποταμάκια και λιμνούλες και άφθονο πράσινο, δεν θα τον πείραζε να φύγει από αυτή τη ζωή!!!