Showing posts with label Μεταξουργείο. Show all posts
Showing posts with label Μεταξουργείο. Show all posts

Tuesday, April 15, 2014

Μεγάλη Εβδομάδα - ξαναβλέπω την εκκλησία των παιδικών μου χρόνων!!!!!!

Όσο κι αν όλα γύρω μας συντείνουν το να ξεχάσουμε, δεν μας αφήνει η θρησκευτική ανάβρα γιατί αυτή είναι βίωμα κι όχι πίστη δογματική. Πάντοτε στη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας όλοι μας βρίσκουμε την ευκαιρία για μια εξερεύνηση του εσωτερικού μας κόσμου. Υπάρχει λες, έτοιμο να ξαμολυθεί ένα κύμα μιας μυστικής φουσκονεριάς κι εμείς να ξεχάσουμε τη ζέουσα πραγματικότητα και ν' αφεθούμε στο ξεφύλλισμα του προσωπικού ημερολογίου μας.

Και να, ο δρόμος μας, στην οδό Πύλου, στο Μεταξουργείο, που οδηγεί καρφί στον Αη Γιώργη, γεμάτος από έναν κόσμο σιωπηλό, να κατευθύνεται στην κατάφωτη εκκλησία. Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, τη Μεγάλη Εβδομάδα... Εκεί γύρω οργανωνόταν μια άλλη ατμόσφαιρα. Κι εμείς, τα παιδιά δεν είχαμε κάτι άλλο στη σκέψη μας, παρά πότε θα έρθει η ώρα για να πάμε να παρακολουθήσουμε τις ακολουθίες. Ακούγαμε τις καμπάνες και νιώθαμε ότι ήταν το μυστικό κάλεσμα που ψύχωνε τη γειτονιά μας κι εμείς ανασαίναμε τις μυρωδιές από τις βιόλες, τα κεριά και το λιβάνι, κι αντιβούιζαν μέσα μας οι ψαλμωδίες. Όχι μόνο τις νύχτες, αλλά και την ημέρα ακόμα...

Κάπου μας άγγιζαν τα πάθη του Χριστού, και χωρίς να το καταλάβουμε έμπαινε ο Θεός μέσα μας, από αόρατη θύρα, στο κρυσφύγετο της ψυχής. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη μας αγγίξουν τα πάθη και το μαρτύριο του Ιησού. Το έβλεπα αυτό και στη μάνα μου, περισσότερο απ' όλους μας, που ήταν μια άγια γυναίκα. Κάπου όμως διαπίστωνα ότι ο πατέρας μου, που πολλές φορές έψελνε, τα αντιμετώπιζε όλα αυτά από μιαν απόσταση, σαν κάποιο έργο που παιζόταν με μια καλή σκηνοθεσία που απέπνεε ποίηση. Είχε και μια κριτική διάθεση απέναντι σε όλα αυτά, αλλά ποτέ δεν μας απέτρεψε από την συνάφειά μας με την εκκλησία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η φωτογραφία της εκκλησίας είναι από το...
  • http://baboura.blogspot.gr/2011_12_01_archive.html

Saturday, August 3, 2013

“Χτίζει δικές της πόλεις η μνήμη...”!

  • Αφιερωμένο στη φίλη μου, την Ελένη Σκάβδη, μια από τις πιο ευαίσθητες δημοσιογραφικές πένες που τιμά και τη δημοσιογραφία κι εμένα που μ' έχει φίλο της... Με αφορμή την όμορφη εκδήλωση που οργάνωσε στην Αμαλιάδα, για τον αγαπημένο μας συγγραφέα, τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.
Είναι φορές που νιώθω σαν άτι που καλπάζει, σα να πατά πάνω σε διαδοχικά αόρατα σκαλοπάτια, ν' ανυψώνεται κάπου-κάπου με αλλεπάλληλα πηδήματα ψηλά, φτάνοντας εκεί όπου δεν υπάρχει παρά μονάχα ουρανός και τίποτ' άλλο.. Έτσι θέλω να απλώνεται γύρω μου το χάος κι εγώ ανεμπόδιστα να προχωρώ, να σχεδιάζω, να ζωγραφίζω, να τραγουδώ και να χτίζω...

Η αλήθεια είναι ότι θέλω χώρο, άπλα, να χτίσω τη δική μου πόλη. Θα μου πείτε, τι κάνω τώρα!! Απλώς, χαράζω μολυβιές στην τύχη, σύμφωνα με τον ακατάστατο ρυθμό της μνήμης, που τρεκλίζοντας, ψάχνει να ορθοποδήσει ανάμεσα σε εικόνες, μουσικές, κινήσεις, αγκαλιές, γέλια και υπαινιγμούς και μου βγάζει μπροστά ένα θολό τζάμι κι έτσι προσπαθώ να διακρίνω τα τρεμουλιαστά καρεδάκια που δείχνει στον τοίχο η μνήμη. 
Και βλέπω μια μουγγή θεωρία, τ' αδέρφια, τους γονείς, τους φίλους που παίξαμε μαζί, τους γειτόνους που φτιάξανε τη ζωή μιας γειτονιάς τότε που οι άνθρωποι μιλούσαν μεταξύ τους και φώναζαν και χαίρονταν. 
Και βλέπω το κορίτσι που αγάπησα, να περπατά σεμνά, να μου ρίχνει κλεφτές ματιές και να στρίβει στη γωνία του σχολείου... 

Είναι οι μυρωδιές από τον φούρνο – τα κουλούρια, τα γλυκά του ταψιού κι ένα σωρό βουτήματα που μπλέκουν με την μυρωδιά του ζεστού φαγητού. Στην σιδερόπορτα της αυλής η μάνα να σκουπίζει τα χέρια της στην ποδιά και μετά να μου κάνει νόημα να πάω γρήγορα στο σπίτι. Όμως θα σταθώ για πολλοστή φορά μπροστά στη βιτρίνα του μικρού βιβλιοπωλείου της γειτονιάς μου και η ματιά θα καρφωθεί ξανά σε δυο βιβλία που όλως περιέργως ήθελα να τ' αγοράσω αλλά δεν είχα λεφτά. Και τότε πού να περισσέψουν;;; 

Παράξενο δεν μπορώ να πω ότι ήταν που με τραβούσε ο τίτλος του βιβλίου του Λασκαράτου “Ιδού ο άνθρωπος”. Είχα διαβάσει στον “Ήλιο” ότι σ' αυτό το βιβλίο ο Λασκαράτος μιλούσε για τους ανθρώπινους χαρακτήρες... Το άλλο ήταν οι “Ασθενείς και οδοιπόροι” του Γιώργου Θεοτοκά, ένας συγγραφέας που πολύ αγάπησα. Τελικά μη νομίζετε ότι μου έμειναν απωθημένα. Εκείνα τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά είπα τα κάλαντα, όπως πάντα κάναμε τα παιδιά, και με τα λεφτά που μάζεψα αγόρασα και τα δυο βιβλία. Και τα έχω ακόμη σαν δυο εικονίσματα...

Τώρα, θα σκεφτείτε ότι αθεράπευτη είναι η μανία μας να νομίζουμε ότι όλα αρχίζουν και τελειώνουν σε μιαν ηθογραφική περιγραφή των εικόνων που ξεδιπλώθηκαν στα μάτια μας. Αλλά θα σας πω ότι τότε ήταν που εμείς τα παιδιά ψάχναμε γύρω μας κι ας ήμασταν χαμένοι στην αγωνία των μεγάλων να ορθοποδήσουν, να στήσουν τις δουλειές τους, να ξεφύγουν από την κατάρα της φτώχειας και να μη λογαριάσουν τη μανία του αστυφύλακα που σε κοίταζε περίεργα για να δει τι εφημερίδα αγοράζεις ή να μη φωνάξεις δυνατά και σ' ακούσει ο θυρωρός που ήταν χαφιές και ρουφιάνος.

Η πόλη που ξαναχτίζω είναι η πόλη των παιδικών μου χρόνων, στο Μεταξουργείο, σε μια κρίσιμη στροφή της ελληνικής κοινωνίας, όταν ο λαός ξεχύνεται στους δρόμους για να επικοινωνήσει, να φωνάξει, να διεκδικήσει, γιατί ήθελε ν' αλλάξει τη ζωή του. Εγώ ακολουθούσα τ' αχνάρια του πατέρα μου που ήταν βαθιά δημοκρατικός κι όταν μπορούσα πήγαινα μαζί του στο κέντρο της Αθήνας, στις κινητοποιήσεις. Αλλά, η μέσα ματιά μου ήταν στραμμένη στα βιβλία. Δεν ήταν εύκολο σ' εκείνη την πολιτική και κοινωνική ανεμοζάλη, να προσανατολιστώ σε ό,τι αγαπούσα: στα βιβλία! Ήταν όμως ζωντανοί οι ίσκιοι που έδιναν ανάστημα στον δικό μου ορίζοντα. Ήθελα να μη χαθώ στην κοσμοπλημμύρα, να μην πέσω κι εγώ θερισμένος κι αναπολόγητος στο σύνορο της χίμαιρας. Τώρα τα σκέφτομαι αυτά. Τότε κάτι ψυχανεμιζόμουν αλλά δεν ήταν εύκολο να το προσδιορίσω. Η περπατησιά ήταν απροσδιόριστη και λίγο ζαλισμένη.

Από τα βάθη του μυαλού, ωστόσο, ξεπροβάλλουν κι άλλες εικόνες, μνήμες, υπάρξεις, που τα λένε σχεδόν άφωνα, με τη θωριά τους μονάχα, χωρίς σχόλια. Το σχολείο, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι, ο δρόμος, και ξανά ολόκληρη η γειτονιά κι ο Άη Γιώργης. Α, να κι ο πατέρας, βιαστικός και φουριόζος, βγαίνει από το σπίτι. Πάει στην επιχείρησή του. Η μάνα πάλι στην εξώπορτα να τον κοιτάζει που χάνεται στο βάθος του δρόμου... 

Εικόνες ζεστές, καλά φυλαγμένες στον κόρφο, για να μη χάνονται οι ρίζες, να ξεγελάμε τον χρόνο, και οι μνήμες να γονιμοποιούν το νου, δηλαδή να δίνουν ζωή, ακόμα και σ' έναν αυριανό αντίλογο. Γιατί το κάθε παιδί είναι ο επίδοξος αντίλογος του πατέρα, χωρίς να ξεφορτώνεται τις μνήμες εκείνου. Και ο άνθρωπος και ο κόσμος όλος και οι πόλεις δεν μπορούν ζήσουν δίχως μνήμες. Και οι μνήμες είναι η ανησυχία, οι αγώνες, το αίμα των ανθρώπων, η εφιαλτική ίσως πινακοθήκη όλων αυτών που πάλεψαν, χτυπήθηκαν, μάτωσαν, και προσπάθησαν να αχρηστέψουν το χρόνο. Όπως λέει με τον τρόπο του ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: “Αυτά που μένουν”!!

Αυτά που μένουν, λοιπόν, είναι που χτίζουν πόλεις, που κρατάνε όρθιους τους ανθρώπους, που τους δίνουν ζωή, αισθήσεις, δύναμη, πάθος. Μπορεί οι άνθρωποι να έχουμε την άγνοια της ιστορικής οικονομίας, αλλά δεν παύουμε να ζούμε με κάποιες ψευδαισθήσεις, που τις θέλουμε, τις αγαπάμε, τις περιφρουρούμε.


Wednesday, May 1, 2013

Μέρες του Πάσχα, στα περίχωρα της οδού Πύλου, στο Μεταξουργείο!!!


Ξεθωριασμένη από τα χρόνια, η φωτογραφία αποτυπώνει μια όμορφη οικογενειακή στιγμή. Από έναν υπαίθριο φωτογράφο. Έξω από τον Άη Γιώργη, στην Ακαδημία Πλάτωνος. Η μάνα με τα έξι παιδιά της. Η μεγάλη αδελφή, η Πατρούλα, έλειπε τότε. Φαίνονται, λοιπόν, η Ελένη, ο Δημήτρης, ο Νίκος (δηλαδή, εγώ), ο Γιώργος, ο Άγγελος (που μας έφυγε νωρίς) και ο βενιαμίν της οικογένειας, ο Θανάσης.

Από τα χρόνια που ζούσαμε στο Μεταξουργείο, τι έμεινε;;;
Στα περίχωρα της οδού Πύλου…
Εκεί που περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια, τότε που η Λένορμαν ήταν ο μεγάλος δρόμος και τρέχαμε να προλάβουμε το τραμ, που περνούσε τεμπέλικα και φασαριόζικα κι εμείς βάζαμε τα δυνατά μας να κρεμαστούμε από πίσω ή και στις σκάλες, μέχρι τη ΒΙΟ.
Εκεί παρατούσαμε το τραμ να χαθεί προς την πλατεία Καραϊσκάκη και μετά στην Αγίου Κωνσταντίνου.
Ο δικός μας κόσμος είχε σαν σύνορο την ΒΙΟ. 
Κανένα παιδί μονάχο του δεν περνούσε αυτό το σύνορο.
Τα βήματά μας οδηγούσαν ή στον Αη Γιώργη ή στον Άγιο Κωνσταντίνο κι ακόμα παραπέρα, προς τον Κολωνό.
Ήταν οι γειτονιές μας, ο ζωτικός μας χώρος, τα παιχνίδια μας, η ψυχαγωγία μας, οι παρέες μας, οι παραστάσεις του Καραγκιόζη, η Φιλαρμονική του Δήμου που παιάνιζε τα σαββατοκύριακα και τα καλοκαίρια που περιμέναμε πότε θα φέρουν ηρωικές ταινίες για να πάμε όλοι μαζί και να πολεμήσουμε μαζί με τον Μασίστα ή τον Ούρσο ή τον Ελ Σιντ που μας κατέπλησσαν με τη δύναμη και την ανδρεία τους κι ακόμη να χαθούμε στις πολεμικές ταινίες του Β΄ παγκόσμιου πολέμου.
Μια εποχή επική, ρομαντική, κι όμως ελπιδοφόρα.
Μη νομίσετε όμως ότι δεν έφτανε σε μας ο απόηχος των πολιτικών συγκρούσεων!!!
Κάθε άλλο.
Πώς να ξεχάσω τις παρέες των νεότερων που φεύγανε με κάτι πλακάτ στα χέρια, με το «114» να κυριαρχεί όπως και η λέξη «Δημοκρατία».
Σχεδόν κάθε μέρα γίνονται διαδηλώσεις.
Ο μεγάλος μου αδερφός που τότε δούλευε στις οικοδομές, δεν έλειπε ποτέ από τις διαδηλώσεις.
Φυσικά πήγαινε κι ο πατέρας μου…
Βλέπετε ήταν ο Γέρος της Δημοκρατίας που μας τραβούσε όλους από το μανίκι.
Όλοι είχαν μπει στο κλίμα κι ακολουθούσαν με πάθος την Ένωση Κέντρου.
Είχε αρχίσει να ζωντανεύει το μένος κατά της βασιλείας και καταλάβαινε ότι κανείς δεν άντεχε που το Παλάτι υπονόμευε τον γερο-Παπανδρέου και αγνοούσε τη θέληση του λαού.
Αλλά οι νεότεροι νιώθανε το κάλεσμα του Ανδρέα και τα συνθήματά του τρυπούσαν τις καρδιές όλων και κάτι άλλαζε στην ατμόσφαιρα.
Η Ελλάδα στους Έλληνες, ο Στρατός στο Έθνος, ο Λαός Κυρίαρχος!!!

[…]

Τη Μεγάλη Εβδομάδα ήδη ήμασταν σε περίοδο νηστείας και περιμέναμε το βράδυ της Ανάστασης, αλλά μέχρι να έρθει εκείνη η νυχτιά έπρεπε να υποστούμε το βάσανο του καθημερινού εκκλησιασμού.
Εβδομάδα των Παθών για τον Χριστό, αλλά εβδομάδα και της δικής μας διατροφικής ταλαιπωρίας.
Ζούσαμε όμως όλα τα περιστατικά των Παθών του Κυρίου.

Δεν μου άρεσε όμως που ο Χριστός που πεινούσε κι ενώ γύριζε στην πόλη, είδε μια συκιά στο δρόμο, πήγε κοντά της, και αφού δεν βρήκε τίποτε επάνω της, παρά μονάχα φύλλα είπε: Να μη γίνει πλέον καρπός από σένα στον αιώνα. 
Κι αμέσως η συκιά ξεράθηκε! 
Γιατί; 
Μου φαινόταν περίεργο διότι αφού αυτός ήταν ο Θεός θα μπορούσε να της πει το ανάποδο: Να γεμίσει αμέσως με σύκα! 
Όχι να την ξεράνει… 
Αααα, αυτό δεν μ’ άρεσε καθόλου.
Μετά όμως ξεχνούσα το περιστατικό γιατί ακούγαμε την παραβολή των Δέκα Παρθένων, και το τροπάριο της Κασσιανής.

Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων…

Ο καθένας έβαζε στο μυαλό του ό,τι ήθελε. Όμως ήταν σα να βλέπαμε μπροστά μας την μοναχή Κασσιανή, που έκρυβε την ομορφιά της στη μαύρη μαντίλα και μας έκανε εντύπωση που τα έβαλε με τον αυτοκράτορα Θεόφιλο!
-          Εκ γυναικός τα χείρω… εκείνος.
-          Kαι εκ γυναικός τα κρείττω… εκείνη.

Ωστόσο, όλα όσα ακούγαμε στην εκκλησία, μας συγκινούσαν.
Και η αμαρτωλή γυναίκα που μετανόησε, πίστεψε στο Χριστό και άλειψε τα πόδια του με μύρο, και ο Μυστικός Δείπνος, και η  προσευχή στον κήπο της Γεσθημανής…
Αλλά μετά αρχίσαμε να νιώθουμε κάπως στενάχωρα με την προδοσία του Ιούδα, τη σύλληψη, την ανάκριση από τον Άννα, την Άρνηση του Πέτρου και την καταδίκη του Χριστού από τον Καϊάφα.
Πάντως όλοι ζούσαμε σε μια κατανυκτική ατμόσφαιρα.
Τα ανθρώπινα πάθη είχαν κατασιγάσει, υπήρχε μια διαφορετική συμπεριφορά απ’ όλους στο σπίτι, στη γειτονιά, παντού.
Κι εκείνη η Μεγάλη Παρασκευή που ήταν αφιερωμένη στα Άγια Πάθη και στη Σταύρωση, και γινόταν η περιφορά του Επιταφίου, ήταν ολόκληρη ένα μεγάλο μυθιστόρημα.
Ακολουθούσαμε τον Επιτάφιο σε όλους τους δρόμους.
Συνήθως πηγαίναμε στον Άη Γιώργη.
Μια φορά συναντήθηκαν στα όρια των ενοριών ο Επιτάφιος του Άη Γιώργη με τον Επιτάφιο του Αγίου Κωνσταντίνου κι εκεί σταμάτησαν και οι παπάδες με τους ψάλτες έψελναν μαζί.
Ήταν μια όμορφη, κάπως πανηγυρική ατμόσφαιρα.
Κι όταν ερχόταν το Μεγάλο Σάββατο, νιώθαμε ξαλαφρωμένοι γιατί ψιθυριζόταν ότι ο Χριστός αναστήθηκε και περιμέναμε με αγωνία πότε θα νυχτώσει για να πάμε στην Ανάσταση.
Οι ετοιμασίες στο σπίτι ήταν μια χαρούμενη επιχείρηση.
Θυμάμαι που ο πατέρας έπαιρνε πάντα κατσικάκι – όχι αρνί.
Το κατσικάκι έλεγε ότι είναι τρυφερό.
Για την ημέρα της Λαμπρής.
Δεν υπάρχει λόγος να περιγράψω το τι γινόταν μόλις ο παπάς μετέδιδε το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης!!!
Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν,
ζωήν χαρισάμενος

Πανζουρλισμός, βαρελότα, καμπάνες, βεγγαλικά, ψαλμωδίες, όλα μπλέκονταν κι εμείς χωμένοι μέσα στο κάδρο, ζούσαμε, νιώθαμε, ανασαίναμε την γλυκιά άνοιξη.
Ελάχιστοι, έμεναν μέχρι τέλους.
Ο κόσμος που είχε πλημμυρίσει όλο τον περίβολο της εκκλησίας και τους γύρω δρόμους σιγά-σιγά αραίωνε για το φόβο των ατυχημάτων.
Τα βεγγαλικά έπεφταν καταιγιστικά, οι καμπάνες χτυπούσαν αλύπητα…
Αλλά θυμάμαι ότι μετά την Ανάσταση τρέχαμε στο σπίτι για τη μαγειρίτσα!!!
Καλύτερη μαγειρίτσα δεν έχω ξαναφάει από τη μαγειρίτσα που έφτιαχνε η μάνα μου.
Με αναμμένες τις λαμπάδες μας γυρνούσαμε στο σπίτι.
Κάναμε τον σταυρό στην αυλόπορτα και μετά μέσα στην εξώπορτα του σπιτιού.
Γύρω στο μεγάλο τραπέζι όλη η οικογένεια.
Ήταν μια από τις σπάνιες φορές που καθόμασταν όλοι μαζί κι αυτό απλώς είχε σχέση με τις δουλειές όλων.
Ήταν δύσκολο να συμπίπτουν οι χρόνοι.
Μονάχα τα μικρότερα παιδιά που πηγαίναμε σχολείο βρισκόμασταν πάντα μαζί.
Πέρα από τη μαγειρίτσα για την οποία όλοι τρελαινόμασταν, ακολουθούσε το γιαούρτι που ήταν απαραίτητο.
Ποτέ δεν έλειψε το γιαούρτι από το τραπέζι.
Κι ο πατέρας φρόντιζε γι’ αυτό.
Και η μάνα ήταν η κινητήρια δύναμη μέσα στο σπίτι, η χαρά και το γέλιο μας, το αποκούμπι μας για όλα.

[…]

Μεγάλη Πέμπτη σήμερα και θα τελεστεί η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, όσοι το επιθυμούν θα κοινωνήσουν, το βράδυ έχουμε τα Δώδεκα Ευαγγέλια και η έξοδος του Τιμίου Σταυρού με τον Εσταυρωμένο από την Αγία Τράπεζα και η περιφορά του σε όλο το χώρο της εκκλησίας.

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου,
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας.
Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται,
ο των αγγέλων βασιλεύς.

Αυτοί οι συγκλονιστικοί στίχοι πάντα με καθήλωναν.
Και τώρα θα έλεγα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαι θεοφοβούμενος.
Απλώς συμπυκνώνουν την ανθρώπινη αγωνία για το παραπέρα!
Αυτό πάντα δημιουργούσε την προσδοκία της ανάστασης.
Κι εδώ πρέπει να σημειώσω ότι ο χριστιανισμός δεν ήταν μονάχα η θρησκεία των ταπεινών και καταφρονεμένων, οι οποίοι ωστόσο συγκρότησαν αυτό που σήμερα θα λέγαμε «λαϊκή βάση» του.
Υπήρξαν και σπουδαίοι στοχαστές που έστρεψαν την προσοχή τους στον χριστιανισμό και το κήρυγμα του Ιησού.
Δεν μπορώ να ξέρω αν κάποια στιγμή το κήρυγμα αυτό, που μιλά για αγάπη και ειρήνη, και που συμπυκνώνει έναν κανόνα ανθρώπινης συνύπαρξης, μπορεί να γίνει συρμός, όπως συνήθως συνέβαινε πάντα με τα ριζοσπαστικά κηρύγματα σε κοινωνικές τάξεις κουρασμένες από τη χρόνια απραξία και που συνέχονται μονάχα από ιδέες καταστροφικές.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!