Saturday, September 26, 2026

Παιδεία: πέρα από τις κομματικές βεβαιότητες

 Τι δείχνουν οι επιδόσεις των μαθητών, τι σημαίνει στην πράξη ανθρωπιστική παιδεία και ποιες επιλογές αξίζει να κριθούν με βάση το αποτέλεσμα

 


Η παιδεία προσφέρεται για μεγάλες πολιτικές δηλώσεις. Κάθε κόμμα μπορεί να περιγράψει το σχολείο που οραματίζεται· δυσκολότερο είναι να εξηγήσει πώς θα βοηθήσει ένα παιδί που τελειώνει το Δημοτικό χωρίς να κατανοεί καλά όσα διαβάζει, έναν εκπαιδευτικό που χρειάζεται ουσιαστική στήριξη ή μια οικογένεια που πληρώνει φροντιστήριο για να συμπληρώσει τη σχολική εκπαίδευση. Εκεί πρέπει να μεταφερθεί η δημόσια συζήτηση: από την απόδοση προθέσεων στην εξέταση των επιλογών και των συνεπειών τους.

Η άποψη ότι ο «νεοφιλελευθερισμός της Ν.Δ.» δεν της επιτρέπει να ασχοληθεί με το παιδαγωγικό και αξιακό πεδίο του σχολείου διατυπώνει μια πολιτική ερμηνεία. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της απόδειξη. Το επιχείρημα ότι αυτό το πεδίο απουσιάζει πλήρως δεν συμβιβάζεται με την ύπαρξη του προγράμματος «Δράσεις Ενεργού Πολίτη», το οποίο προβλέφθηκε για όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης από το 2024–2025. Το πρόγραμμα δίνει χώρο σε ζητήματα συμμετοχής, συνεργασίας και σχέσης του σχολείου με την κοινότητα.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει επιτύχει μια ουσιαστική ανθρωπιστική παιδεία. Ένα πρόγραμμα μπορεί να υπάρχει στα επίσημα κείμενα και να εφαρμόζεται άνισα ή επιφανειακά στις τάξεις. Η δίκαιη κριτική, λοιπόν, είναι πιο απαιτητική: Πόσο χρόνο έχει ο εκπαιδευτικός; Τι προετοιμασία και υποστήριξη λαμβάνει; Συμμετέχουν πράγματι οι μαθητές ή απλώς ολοκληρώνεται μια ακόμη υποχρεωτική δράση;

Τι μας λένε τα αποτελέσματα

Στην αξιολόγηση PISA του 2022, οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές στην Ελλάδα είχαν επιδόσεις κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες. Πρόκειται για σοβαρή ένδειξη δυσκολιών στη μάθηση, όχι για πλήρη αποτίμηση της αξίας ενός σχολείου ή του έργου των εκπαιδευτικών του. Τα αποτελέσματα απαιτούν διερεύνηση και δράση, χωρίς να μετατρέπονται σε όπλο εναντίον μαθητών και δασκάλων.

Η κοινωνική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ, το 2022 το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις στα μαθηματικά ήταν 64% μεταξύ των κοινωνικά μειονεκτούντων, έναντι 27% μεταξύ των ευνοημένων. Η προέλευση ενός παιδιού δεν καθορίζει τη μοίρα του. Αυτή η διαφορά, όμως, δείχνει πόση δουλειά έχει να κάνει το σχολείο για να προσφέρει ουσιαστικά ίσες ευκαιρίες.

Υπάρχει και το ζήτημα των πόρων. Στα στοιχεία της Eurostat για το 2023, η δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση αντιστοιχούσε στο 3,3% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,7% στην ΕΕ. Το ποσοστό, μόνο του, δεν μας λέει πού ξοδεύεται κάθε ευρώ ούτε εγγυάται ότι μια αύξηση θα βελτιώσει αυτομάτως τη διδασκαλία. Δεν επιτρέπει, πάντως, να συζητούμε για περισσότερες απαιτήσεις από το δημόσιο σχολείο χωρίς να συζητούμε και για τη χρηματοδότησή του.

Τι εννοούμε όταν λέμε «ανθρωπιστική παιδεία»;

Ο όρος χάνει τη δύναμή του όταν χρησιμοποιείται ως έπαινος για «το δικό μας» πρόγραμμα ή ως μομφή για το πρόγραμμα των άλλων. Ανθρωπιστική παιδεία σημαίνει να μπορεί ο μαθητής να διαβάζει προσεκτικά, να διατυπώνει ένα επιχείρημα, να αναγνωρίζει την αξία του άλλου και να διαφωνεί χωρίς να τον απαξιώνει. Σημαίνει επαφή με τη λογοτεχνία, την ιστορία, τις τέχνες και τη φιλοσοφική σκέψη, αλλά και εμπειρία δικαιοσύνης μέσα στην καθημερινή ζωή του σχολείου.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να μετράμε τις ώρες ενός μαθήματος ή τις λέξεις ενός αναλυτικού προγράμματος. Ένα σχολείο που μιλά για δημοκρατία, ενώ δεν ακούει τους μαθητές του, διδάσκει κάτι διαφορετικό από αυτό που γράφει το βιβλίο. Ένα σχολείο που υπόσχεται ίσες ευκαιρίες, ενώ αφήνει συστηματικά πίσω όσους χρειάζονται περισσότερη βοήθεια, στέλνει επίσης ένα αξιακό μήνυμα. Η παιδαγωγική φυσιογνωμία του σχολείου φαίνεται στον τρόπο που λειτουργεί κάθε μέρα.

Ούτε η προετοιμασία για την εργασία είναι αντίπαλος της γενικής μόρφωσης. Οι νέοι χρειάζονται γνώσεις και ικανότητες για να σταθούν επαγγελματικά. Χρειάζονται, ταυτόχρονα, κρίση για να καταλαβαίνουν τον κόσμο στον οποίο θα εργαστούν και θα ζήσουν. Το ερώτημα είναι ποιο σχολείο μπορεί να καλλιεργήσει και τα δύο, χωρίς να περιορίζει το παιδί σε έναν μελλοντικό επαγγελματικό ρόλο.

Πού πρέπει να στραφεί η πολιτική συζήτηση

Πρώτη προτεραιότητα είναι να διαπιστώνεται έγκαιρα ποια παιδιά δυσκολεύονται στην ανάγνωση, στη γραφή και στα μαθηματικά και να προσφέρεται βοήθεια μέσα στο δημόσιο σχολείο. Αν η απάντηση εξαρτάται κυρίως από το εισόδημα και τον διαθέσιμο χρόνο της οικογένειας, οι διαφορές μεγαλώνουν πριν φτάσουν οι μαθητές στις τελικές εξετάσεις.

Δεύτερη είναι η στήριξη των εκπαιδευτικών. Καμία μεταρρύθμιση δεν ζωντανεύει στην τάξη με μια εγκύκλιο. Χρειάζονται χρόνος για συνεργασία, χρήσιμη επιμόρφωση, πρόσβαση σε ειδικούς και δυνατότητα προσαρμογής της διδασκαλίας στις ανάγκες των μαθητών. Η αξιολόγηση μπορεί να έχει νόημα όταν βοηθά να εντοπίζονται δυσκολίες και να βελτιώνεται η πράξη· για να κριθεί, πρέπει να εξετάζεται ο συγκεκριμένος σχεδιασμός και η εφαρμογή της.

Τρίτη είναι μια ειλικρινής συζήτηση για το Λύκειο. Όταν η σχολική ζωή οργανώνεται γύρω από την προετοιμασία για τις Πανελλαδικές, περιορίζεται ο χώρος για ανάγνωση, έρευνα, τέχνη και δημιουργικό διάλογο. Οι εξετάσεις επιτελούν έναν ρόλο στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η επιρροή τους, όμως, στο τι θεωρούν σημαντικό μαθητές, γονείς και σχολεία αξίζει διαρκή έλεγχο.

Τέταρτη είναι η συνέπεια. Κάθε κυβέρνηση δικαιούται να προτείνει αλλαγές και κάθε αντιπολίτευση οφείλει να τις ελέγχει αυστηρά. Το σχολείο, όμως, χρειάζεται στόχους που αντέχουν περισσότερο από έναν εκλογικό κύκλο. Θα ήταν χρήσιμο τα κόμματα να εξηγούν ποια μέτρα θα διατηρούσαν, ποια θα άλλαζαν, με τι κόστος και με ποιον τρόπο θα έκριναν την επιτυχία τους.

Η Ελλάδα δεν στερείται συζητήσεων για την παιδεία. Στερείται συχνά της υπομονής να παρακολουθήσει αν μια εξαγγελία άλλαξε τη ζωή στην τάξη. Αν θέλουμε να δούμε πού πηγαίνουμε, ας αρχίσουμε από εκεί: τι μαθαίνουν τα παιδιά, ποιοι μένουν πίσω, τι βοήθεια λαμβάνουν και τι είδους άνθρωποι μπορούν να γίνουν μέσα από την εμπειρία του σχολείου. Αυτά τα ερωτήματα είναι αρκετά σοβαρά ώστε να μη χωρούν σε ένα κομματικό σύνθημα.

 https://www.timesnews.gr/paideia-pera-apo-tis-kommatikes-vevaiotites/


Γιατί δυσκολευόμαστε να νιώσουμε ότι ανήκουμε στην ίδια κοινωνία;

 Η κομματική διασπορά είναι σύμπτωμα, όχι απόδειξη διάλυσης



Η ερώτηση είναι ουσιαστική, αρκεί να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Μια δημοκρατική κοινωνία δεν χρειάζεται να ψηφίζει ενιαία ούτε να συμφωνεί σε όλα. Η ύπαρξη δεξιών, αριστερών, κεντρώων και άλλων πολιτικών επιλογών είναι φυσιολογική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι διαφωνίες συνοδεύονται από την πεποίθηση ότι ο άλλος είναι εχθρός, ότι οι θεσμοί υπηρετούν πάντοτε «τους δικούς τους» και ότι κανένας κοινός κανόνας δεν ισχύει για όλους.

Επομένως, αυτό που ονομάζουμε «ψυχική ενότητα» δεν είναι ομοφωνία. Είναι η δυνατότητα να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον ως συμπολίτη, ακόμη και όταν συγκρουόμαστε πολιτικά. Στην Ελλάδα αυτή η δυνατότητα δοκιμάζεται από μια μακρά ιστορία αντιπαραθέσεων, αλλά και από πολύ σημερινές εμπειρίες αδικίας, ανασφάλειας και δυσπιστίας.

Η ιστορία άφησε βαθιά πολιτικά ίχνη

Οι συγκρούσεις του 20ού αιώνα –ο Εμφύλιος, οι διώξεις, η δικτατορία– δεν καθορίζουν μηχανικά τον σημερινό ψηφοφόρο. Άφησαν, όμως, πολιτικές μνήμες που συχνά μεταφέρθηκαν μέσα στις οικογένειες. Για πολλά χρόνια, η κομματική ταυτότητα δήλωνε κάτι περισσότερο από μια προτίμηση για την οικονομία ή τη διοίκηση: δήλωνε σε ποια πλευρά μιας ιστορικής διαίρεσης ένιωθε ότι ανήκει κάποιος.

Η Μεταπολίτευση έδωσε στη χώρα δημοκρατική σταθερότητα, χωρίς να εξαφανίσει τη συνήθεια να αντιμετωπίζεται η πολιτική ως αναμέτρηση στρατοπέδων. Σε αυτήν προστέθηκαν αργότερα νέες τομές: τα μνημόνια, η σχέση με την Ευρώπη, το μεταναστευτικό, η ταυτότητα και τα δικαιώματα. Δεν χωρίζονται όλοι οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο σε κάθε ζήτημα. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί ισχυρό κοινωνικό κράτος και ταυτόχρονα να έχει συντηρητικές απόψεις για άλλα θέματα. Αυτοί οι διαφορετικοί συνδυασμοί πεποιθήσεων εξηγούν μέρος της κομματικής διασποράς.

Η δυσπιστία έχει ισχυρότερη εξηγητική δύναμη από τις ταμπέλες

Τα στοιχεία της ελληνικής έρευνας World Values Survey του 2025 φωτίζουν αυτή τη διάσταση. Το 59,3% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι το πολιτικό σύστημα αφήνει σε ανθρώπους σαν τους ίδιους λίγο ή καθόλου λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις. Μόλις το 14,2% συμφώνησε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης. Παράλληλα, εννέα στους δέκα θεωρούν τη δημοκρατία καλό τρόπο διακυβέρνησης. Πρόκειται για ευρήματα έρευνας στάσεων, όχι για αιτιώδη απόδειξη· δείχνουν όμως κάτι κρίσιμο: η απογοήτευση από τον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική μπορεί να συνυπάρχει με ισχυρή προσήλωση στη δημοκρατία.

Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι η προσπάθειά του μετρά λιγότερο από τις γνωριμίες, ότι οι ευθύνες δεν αποδίδονται δίκαια ή ότι δεν ακούγεται παρά μόνο προεκλογικά, δυσκολεύεται να ταυτιστεί με ένα ευρύ πολιτικό σχέδιο. Μπορεί να ψηφίσει από αγανάκτηση, να αναζητήσει μια νέα φωνή, να στηρίξει ένα μικρότερο κόμμα ή να απομακρυνθεί από την κάλπη. Αυτές είναι διαφορετικές αντιδράσεις στην ίδια αίσθηση πολιτικής απόστασης.

Η οικονομική πίεση μετατρέπεται και σε κρίση εκπροσώπησης

Η ακρίβεια δεν ενώνει αυτομάτως όσους την υφίστανται. Ο μισθωτός, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο συνταξιούχος και ο νέος που δυσκολεύεται να βρει κατοικία μπορεί να αντιμετωπίζουν οικονομική πίεση, αλλά να διαφωνούν έντονα για τις αιτίες και τις λύσεις της. Στην ίδια έρευνα, το 77,4% επέλεξε την αντιμετώπιση των αυξήσεων των τιμών ως το πιο επείγον ζήτημα από τον κατάλογο που του παρουσιάστηκε. Η κοινή αγωνία, λοιπόν, υπάρχει· αυτό που λείπει συχνά είναι μια κοινά πειστική απάντηση.

Τα κόμματα καλούνται να μετατρέψουν διάσπαρτες ανάγκες σε εφαρμόσιμες πολιτικές. Όταν υπόσχονται περισσότερα από όσα εξηγούν ή όταν οι εσωτερικές τους διαμάχες κυριαρχούν στη δημόσια εικόνα τους, η σχέση εκπροσώπησης εξασθενεί. Ο ψηφοφόρος δεν αναζητά τότε μόνο πρόγραμμα. Αναζητά και κάποιον που πιστεύει ότι καταλαβαίνει την εμπειρία του.

Δεν είναι όλες οι πολιτικές επιλογές ίδιες

Η διασπορά της ψήφου δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μια εύκολη εξίσωση όλων των κομμάτων. Άλλο είναι η θεμιτή διαφωνία για τη φορολογία, την κοινωνική πολιτική ή τη μετανάστευση και άλλο η αμφισβήτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων ή η στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της ταυτότητάς τους. Ούτε μπορεί κάθε ψηφοφόρος ενός κόμματος να περιγραφεί με ένα ενιαίο ψυχολογικό ή ηθικό χαρακτηριστικό.

Χρειάζεται επίσης προσοχή με τη λέξη «ακροδεξιά»: οι πολιτικοί χώροι έχουν διαφορές μεταξύ τους και η κατάταξή τους απαιτεί εξέταση των θέσεων και της δράσης τους. Η σοβαρή ανάλυση οφείλει να κρίνει καθαρά τις ιδέες, χωρίς να προσβάλλει συλλήβδην τους πολίτες που αναζητούν πολιτική εκπροσώπηση.

Τι θα μπορούσε να μας συνδέσει;

Η κοινωνική συνοχή δεν οικοδομείται με μια γενική έκκληση να «είμαστε όλοι ενωμένοι». Χρειάζεται να μπορεί ο πολίτης να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες ανταποκρίνονται, ότι τα κόμματα λογοδοτούν και ότι η διαφωνία ακούγεται χωρίς να μετατρέπεται σε εχθρότητα. Χρειάζονται επίσης χώροι κοινής δράσης –στον δήμο, στο σχολείο, στους συλλόγους, στην εργασία– όπου άνθρωποι με διαφορετική ψήφο μπορούν να επιλύουν μαζί πραγματικά προβλήματα.

Η Ελλάδα δεν στερείται κοινών ανησυχιών. Στερείται συχνά εμπιστοσύνης ότι αυτές οι ανησυχίες θα αντιμετωπιστούν δίκαια και αποτελεσματικά. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ο πυρήνας του ζητήματος. Η ψυχική ενότητα που αξίζει σε μια δημοκρατία δεν απαιτεί να σβήσουν οι πολιτικές διαφορές. Απαιτεί να μη χαθεί, μέσα από αυτές, η αίσθηση ότι μοιραζόμαστε την ίδια χώρα και έχουμε ίσο δικαίωμα να καθορίσουμε το μέλλον της.

https://www.timesnews.gr/giati-dyskoleyomaste-na-niosoyme-oti-anikoyme-stin-idia-koinonia/


Δημοσκοπήσεις: καθρέφτης της κοινωνίας ή μηχανισμός επιρροής;

Ανάμεσα στην επιστημονική μέτρηση, στην επικοινωνιακή χρήση και στον κίνδυνο χειραγώγησης της κοινής γνώμης


Οι συνεχείς δημοσκοπήσεις θυμίζουν πλέον καθημερινό μετεωρολογικό δελτίο. Ποιος ανεβαίνει, ποιος πέφτει, ποιος «κερδίζει τις εντυπώσεις», ποιος απειλείται, ποιος αντέχει. Η πολιτική ζωή παρουσιάζεται σαν μια αδιάκοπη κούρσα αριθμών, στην οποία κάθε μεταβολή –ακόμη και της μίας ποσοστιαίας μονάδας– αποκτά δραματικό χαρακτήρα. Έτσι, όμως, ένα χρήσιμο εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής έρευνας κινδυνεύει να μετατραπεί σε θέαμα, σε όπλο επικοινωνίας ή ακόμη και σε μέσο διαμόρφωσης της πραγματικότητας που υποτίθεται ότι απλώς καταγράφει.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν δημοσκοπήσεις. Ασφαλώς και πρέπει. Σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι πολύτιμο να γνωρίζουμε τις διαθέσεις, τις ανησυχίες, τις προτεραιότητες και τις πολιτικές προτιμήσεις των πολιτών. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: με ποιες προϋποθέσεις μια δημοσκόπηση είναι αξιόπιστη, πόσο αμερόληπτη μπορεί να είναι και πότε παύει να φωτίζει την κοινωνία και αρχίζει να την επηρεάζει;

Η φωτογραφία μιας στιγμής – όχι η κάλπη

Καμία σοβαρή δημοσκόπηση δεν αποτελεί πρόβλεψη με τη βεβαιότητα φυσικού νόμου. Είναι μια εκτίμηση, βασισμένη στις απαντήσεις ενός δείγματος, σε συγκεκριμένο χρόνο και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Αποτυπώνει περισσότερο τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιείται παρά ένα αμετάβλητο εκλογικό αποτέλεσμα.

Ανάμεσα στην έρευνα και στην κάλπη μπορεί να μεσολαβήσουν γεγονότα, αλλαγές στάσης, η προεκλογική συσπείρωση, η αποχή, ακόμη και μια διαφορετική απόφαση την τελευταία στιγμή. Ιδίως όταν μεγάλο μέρος των ερωτηθέντων δηλώνει αναποφάσιστο ή αρνείται να απαντήσει, η αναγωγή των ποσοστών σε «εκτίμηση ψήφου» προϋποθέτει στατιστικές παραδοχές. Οι παραδοχές αυτές μπορεί να είναι επιστημονικά εύλογες, δεν είναι όμως ουδέτερες ούτε αλάνθαστες.

Γι’ αυτό και διαφορές που βρίσκονται μέσα στα όρια της στατιστικής αβεβαιότητας δεν δικαιολογούν τίτλους περί «ανατροπής» ή «κατάρρευσης». Όταν δύο ποσοστά απέχουν ελάχιστα, η έντιμη διατύπωση μπορεί να είναι ότι η σειρά τους παραμένει αβέβαιη. Η παρουσίαση του ενός ως αναμφισβήτητου νικητή δεν είναι ανάλυση· είναι υπερβολή.

Από τι κρίνεται η εγκυρότητα

Η αξιοπιστία μιας δημοσκόπησης δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος του δείγματος. Ένα μεγάλο αλλά κακοσχεδιασμένο δείγμα μπορεί να είναι λιγότερο αντιπροσωπευτικό από ένα μικρότερο, σωστά κατανεμημένο. Κρίσιμα στοιχεία είναι ο τρόπος επιλογής των συμμετεχόντων, η γεωγραφική και κοινωνική σύνθεση του δείγματος, η μέθοδος επικοινωνίας, η χρονική περίοδος της έρευνας, το ποσοστό όσων δεν αποκρίθηκαν και ο τρόπος με τον οποίο «σταθμίστηκαν» οι απαντήσεις.

Στη σημερινή εποχή το πρόβλημα γίνεται δυσκολότερο. Πολλοί πολίτες δεν απαντούν σε άγνωστους αριθμούς, άλλοι δεν διαθέτουν σταθερό τηλέφωνο, ενώ οι διαδικτυακές έρευνες μπορεί να υπερεκπροσωπούν όσους είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία ή συμμετέχουν συστηματικά σε πάνελ. Η στάθμιση επιχειρεί να διορθώσει αυτές τις ανισορροπίες, αλλά βασίζεται και αυτή σε επιλογές του ερευνητή.

Καθοριστική είναι και η διατύπωση των ερωτήσεων. Άλλη απάντηση μπορεί να προκαλέσει ένα ουδέτερο ερώτημα και άλλη ένα ερώτημα φορτισμένο με αξιολογικούς χαρακτηρισμούς. Ακόμη και η σειρά των ερωτήσεων μπορεί να επηρεάσει τον ερωτώμενο: αν προηγηθεί μια σειρά ερωτημάτων για την ακρίβεια, την εγκληματικότητα ή μια πολιτική κρίση, η επόμενη αξιολόγηση της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ενδέχεται να χρωματιστεί από αυτό το πλαίσιο.

Επομένως, η εγκυρότητα δεν πιστοποιείται από έναν εντυπωσιακό πίνακα ή από το λογότυπο μιας γνωστής εταιρείας. Απαιτεί διαφάνεια: ποιος παρήγγειλε και χρηματοδότησε την έρευνα, ποιος τη διενήργησε, πότε έγινε, με ποια μέθοδο, σε πόσους πολίτες, με ποιες ακριβώς ερωτήσεις και με ποια επεξεργασία των αναποφάσιστων.

Αμεροληψία και συμφέροντα

Η ανάθεση μιας έρευνας από κόμμα, κυβέρνηση, επιχείρηση ή μέσο ενημέρωσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως αλλοίωση των αποτελεσμάτων. Οι επαγγελματίες ερευνητές δεσμεύονται από κανόνες επιστημονικής πρακτικής και δεοντολογίας, ενώ στην Ελλάδα υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για τις πολιτικές δημοσκοπήσεις και μηχανισμός ελέγχου. Η καχυποψία, συνεπώς, δεν μπορεί να υποκαθιστά τα στοιχεία.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφελές να αγνοηθεί ότι η επιλογή του θέματος, η χρονική στιγμή, η διατύπωση των ερωτήσεων και κυρίως ο τρόπος δημοσιοποίησης μιας έρευνας μπορούν να υπηρετούν επικοινωνιακές επιδιώξεις. Μια δημοσκόπηση μπορεί να είναι τεχνικά ορθή και παρ’ όλα αυτά να χρησιμοποιηθεί μεροληπτικά. Το πρόβλημα συχνά δεν βρίσκεται στα δεδομένα, αλλά στην επιλογή εκείνων των δεδομένων που θα προβληθούν.

Ένα μέσο μπορεί να αναδείξει τη διαφορά των κομμάτων και να υποβαθμίσει τη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική. Ένα άλλο μπορεί να κάνει το αντίστροφο. Ο ίδιος πίνακας μπορεί να γεννήσει δύο εντελώς διαφορετικά πρωτοσέλιδα. Εδώ ακριβώς αρχίζει η ευθύνη της δημοσιογραφίας.

Καταγραφή ή διαμόρφωση της κοινής γνώμης;

Οι δημοσκοπήσεις δεν λειτουργούν σε κοινωνικό κενό. Από τη στιγμή που δημοσιεύονται, γίνονται μέρος της πολιτικής πραγματικότητας και ενδέχεται να επηρεάσουν συμπεριφορές. Μπορεί να ενισχύσουν τον πρώτο, επειδή ένα μέρος των πολιτών έλκεται από τον πιθανό νικητή· μπορεί, αντιθέτως, να κινητοποιήσουν όσους φοβούνται την επικράτησή του. Μπορεί να πιέσουν μικρότερα κόμματα, να καλλιεργήσουν την ιδέα της «χαμένης ψήφου», να προκαλέσουν συσπείρωση ή απογοήτευση και να επηρεάσουν την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσκόπηση αποτελεί σχέδιο χειραγώγησης. Μια τέτοια γενίκευση θα ήταν εξίσου αυθαίρετη με την άκριτη αποδοχή όλων των μετρήσεων. Σημαίνει, όμως, ότι η δημοσκόπηση είναι ταυτόχρονα καταγραφή και δημόσιο γεγονός: μετρά την κοινή γνώμη, αλλά μετά τη δημοσίευσή της μπορεί και να την επηρεάζει.

Η πιθανή σκοπιμότητα αναζητείται, επομένως, όχι μόνο στην ακρίβεια των αριθμών αλλά και στο πλαίσιο: γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί τέθηκε αυτό το ερώτημα και όχι κάποιο άλλο; Γιατί προβάλλεται ένα εύρημα και αποσιωπάται ένα δεύτερο; Γιατί μια μικρή μεταβολή παρουσιάζεται ως πολιτικός σεισμός;

Όταν οι δημοσκοπήσεις υποκαθιστούν την πολιτική

Η σοβαρότερη ίσως συνέπεια της δημοσκοπικής υπερπαραγωγής είναι ότι στενεύει τη δημόσια συζήτηση. Αντί να εξετάζονται οι πολιτικές για την υγεία, την παιδεία, την οικονομία ή τους θεσμούς, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την «εικόνα» των αρχηγών και την αριθμητική απόσταση των κομμάτων. Οι πολίτες μετατρέπονται από ενεργά πολιτικά υποκείμενα σε ποσοστά ενός διαρκούς πίνακα κατάταξης.

Παράλληλα, τα κόμματα κινδυνεύουν να προσαρμόζουν τις θέσεις τους όχι σε μια συνεκτική αντίληψη για τη χώρα, αλλά στις εβδομαδιαίες μετρήσεις. Η πολιτική τότε δεν ηγείται, δεν εξηγεί και δεν αναλαμβάνει το κόστος δύσκολων επιλογών· απλώς ακολουθεί τις διαθέσεις της στιγμής. Η δημοσκόπηση, από εργαλείο κατανόησης, γίνεται υποκατάστατο πολιτικής σκέψης.

Πώς πρέπει να διαβάζουμε μια δημοσκόπηση

Ο ενημερωμένος πολίτης δεν χρειάζεται ούτε να πιστεύει τυφλά ούτε να απορρίπτει συλλήβδην. Χρειάζεται να ελέγχει ποιος ανέθεσε την έρευνα, πότε και πώς έγινε, πόσοι απάντησαν, ποια ήταν η ακριβής διατύπωση των ερωτήσεων, πόσοι ήταν οι αναποφάσιστοι και αν οι διαφορές υπερβαίνουν ουσιαστικά τη στατιστική αβεβαιότητα. Κυρίως, πρέπει να συγκρίνει τάσεις σε βάθος χρόνου και ευρήματα περισσότερων εταιρειών, όχι να απολυτοποιεί μία μεμονωμένη μέτρηση.

Αντίστοιχα, τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να δημοσιεύουν τη μεθοδολογική ταυτότητα της έρευνας, να αποφεύγουν τους παραπλανητικούς τίτλους και να ξεχωρίζουν καθαρά την πρόθεση ψήφου από την εκτίμηση ψήφου. Χρειάζεται επίσης να δίνουν χώρο στην ουσία των κοινωνικών ευρημάτων –στην ανασφάλεια, στην εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στις ανάγκες και στις προτεραιότητες των πολιτών– και όχι μόνο στην κομματική κατάταξη.

Ένα χρήσιμο εργαλείο που χρειάζεται μέτρο

Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ούτε αλάνθαστη επιστήμη ούτε εξ ορισμού μηχανισμός εξαπάτησης. Είναι ένα χρήσιμο αλλά ευαίσθητο εργαλείο, του οποίου η αξία εξαρτάται από τη μέθοδο, τη διαφάνεια, τη δεοντολογία και τον τρόπο παρουσίασης.

Όσο συχνότερα εμφανίζονται σαν πολιτικό χρηματιστήριο, τόσο λιγότερο βοηθούν την κοινωνία να κατανοήσει τον εαυτό της. Και όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται για να κατασκευάσουν εντυπώσεις, τόσο περισσότερο διαβρώνουν την εμπιστοσύνη όχι μόνο προς τις εταιρείες μετρήσεων, αλλά και προς τη δημοσιογραφία και την πολιτική.

Η δημοκρατία έχει ανάγκη από αξιόπιστη γνώση της κοινής γνώμης. Δεν έχει ανάγκη από τη λατρεία των ποσοστών. Η δημοσκόπηση πρέπει να παραμένει αφετηρία συζήτησης – ποτέ υποκατάστατο της κοινωνίας, της πολιτικής κρίσης και, τελικά, της ίδιας της κάλπης.


Ενδεικτικές πηγές

 https://www.timesnews.gr/dimoskopiseis-kathreftis-tis-koinonias-i-michanismos-epirrois/


Tuesday, September 22, 2026

Όταν η ενημέρωση διώχνει τον πολίτη


Η ειδησεογραφική κόπωση, η τηλεοπτική ένταση και η κρίση εμπιστοσύνης που απειλούν ένα σπουδαίο μέσο


Υπάρχει μια αντίφαση στην εποχή μας: ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε στη διάθεσή του τόσες πολλές πληροφορίες και ποτέ, ίσως, δεν ένιωθε τόσο έντονα την ανάγκη να απομακρυνθεί από αυτές. Η αποχή από την ενημέρωση –και ιδιαίτερα από την πολιτική ενημέρωση– δεν αποτελεί πλέον απλή εντύπωση. Είναι μια ευρύτερη τάση, η οποία συνδέεται με την υπερπληροφόρηση, την ψυχική κόπωση, τη χαμηλή εμπιστοσύνη στα μέσα και, κυρίως, με τον τρόπο που παρουσιάζεται η επικαιρότητα.

Ο πολίτης δεν αποστρέφεται κατ’ ανάγκην τα γεγονότα. Συχνά αποστρέφεται τη σκηνοθεσία τους.

Από την ενημέρωση στην εξάντληση

Η σύγχρονη ειδησεογραφία λειτουργεί σχεδόν αδιάκοπα. Έκτακτες συνδέσεις, ειδοποιήσεις, «νέα δεδομένα», δηλώσεις, αντιδράσεις και ανταπαντήσεις δημιουργούν την αίσθηση ότι κάθε ώρα συμβαίνει κάτι ιστορικό. Όταν όμως όλα παρουσιάζονται ως επείγοντα, τίποτε δεν παραμένει πραγματικά σημαντικό. Η διαρκής ένταση δεν κρατά τον θεατή σε εγρήγορση· στο τέλος τον εξαντλεί.

Η ψυχολογική κόπωση γίνεται εντονότερη επειδή η ειδησεογραφική ατζέντα κυριαρχείται από πολέμους, εγκλήματα, φυσικές καταστροφές, οικονομική ανασφάλεια και πολιτικές συγκρούσεις. Ο θεατής δέχεται καθημερινά έναν μεγάλο όγκο αρνητικών εικόνων, χωρίς πάντοτε να του προσφέρονται το απαραίτητο πλαίσιο, οι αιτίες, οι πιθανές λύσεις ή η αίσθηση ότι μπορεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του. Έτσι η ενημέρωση παύει να είναι εργαλείο προσανατολισμού και μετατρέπεται σε πηγή αδυναμίας.

Δεν πρόκειται επομένως μόνο για αδιαφορία. Η αποφυγή των ειδήσεων μπορεί να λειτουργεί και ως μηχανισμός αυτοπροστασίας: «Δεν αντέχω άλλη ένταση, άλλη οργή, άλλη καταστροφή». Το πρόβλημα είναι ότι, μαζί με τον θόρυβο, ο πολίτης απομακρύνεται και από τις πληροφορίες που χρειάζεται για να συμμετέχει συνειδητά στη δημοκρατική ζωή.

Είδηση και σχόλιο: μια γραμμή που ξεθωριάζει

Ένας από τους σοβαρότερους λόγους δυσπιστίας είναι η σύγχυση ανάμεσα στην είδηση και στο σχόλιο. Η δημοσιογραφία ασφαλώς δεν μπορεί να είναι απολύτως ουδέτερη με τη μηχανική έννοια: ακόμη και η επιλογή ενός θέματος ή μιας εικόνας εμπεριέχει κρίση. Υπάρχει όμως ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην τεκμηριωμένη ερμηνεία και στην καθοδήγηση του κοινού.

Όταν ο παρουσιαστής δεν περιορίζεται στο «τι συνέβη», αλλά υποδεικνύει με μορφασμούς, ειρωνείες, επιφωνήματα και χαρακτηρισμούς «πώς πρέπει να το εκλάβουμε», ο θεατής αισθάνεται ότι δεν του αναγνωρίζεται η ικανότητα να κρίνει. Η είδηση φθάνει ήδη συσκευασμένη με το επιθυμητό συναίσθημα: αγανάκτηση, φόβο, περιφρόνηση ή ενθουσιασμό.

Το σχόλιο έχει θέση στη δημοσιογραφία, αρκεί να δηλώνεται καθαρά ως σχόλιο, να στηρίζεται σε γεγονότα και να διακρίνεται από το ρεπορτάζ. Όταν όλα συγχωνεύονται σε μία φωνή, η ενημέρωση χάνει την αξιοπιστία της. Και τότε ακόμη και η σωστή πληροφορία αντιμετωπίζεται με καχυποψία.

Η πολιτική ως ακολουθία από ατάκες

Η αποσπασματική προβολή δηλώσεων επιδεινώνει την κατάσταση. Μια φράση πολιτικού αποκόπτεται από το πλαίσιό της, γίνεται τίτλος, προκαλεί την απάντηση του αντιπάλου και ακολουθεί ένας νέος κύκλος αντιδράσεων. Το δημόσιο ενδιαφέρον μετακινείται από τις πολιτικές αποφάσεις στις λεκτικές μονομαχίες.

Έτσι, σύνθετα ζητήματα –η οικονομία, η υγεία, η παιδεία, η εξωτερική πολιτική– περιορίζονται σε ανταλλαγές ατακών. Δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς προτείνει κάθε πλευρά, ποιο είναι το κόστος μιας πρότασης, ποιοι ωφελούνται και ποιοι επιβαρύνονται. Μαθαίνουμε ποιος «επιτέθηκε», ποιος «απάντησε σκληρά» και ποιος «σήκωσε το γάντι».

Η γλώσσα αυτή δεν είναι αθώα. Μετατρέπει την πολιτική σε διαρκή αναμέτρηση και τον πολίτη σε θεατή αγώνα. Προσφέρει στιγμιαία διέγερση, αλλά ελάχιστη γνώση.

Τα τηλεοπτικά παράθυρα της σύγκρουσης

Στις πολιτικές εκπομπές επαναλαμβάνεται συχνά το ίδιο σκηνικό: οι ίδιοι περίπου εκπρόσωποι, προβλέψιμες τοποθετήσεις, διακοπές, υψωμένες φωνές και ένας παρουσιαστής που άλλοτε διαιτητεύει και άλλοτε επιχειρεί να γίνει ο κεντρικός πρωταγωνιστής. Η σύνθεση του πάνελ είναι εκ των προτέρων σχεδιασμένη για σύγκρουση και όχι για κατανόηση.

Η τηλεοπτική αντιπαράθεση δεν είναι από μόνη της αρνητική. Η δημοκρατία χρειάζεται διαφωνία, αυστηρές ερωτήσεις και έλεγχο της εξουσίας. Άλλο όμως η αντιπαράθεση επιχειρημάτων και άλλο η ηχητική σύγκρουση. Όταν όλοι μιλούν ταυτόχρονα, ο θεατής δεν ακούει περισσότερες απόψεις· δεν ακούει καμία.

Το μοντέλο αυτό επιβιώνει επειδή η ένταση θεωρείται ότι αυξάνει την τηλεθέαση και παράγει εύκολα αποσπάσματα για τα κοινωνικά δίκτυα. Βραχυπρόθεσμα μπορεί πράγματι να τραβά την προσοχή. Μακροπρόθεσμα, όμως, διαβρώνει το ίδιο το προϊόν: κουράζει το κοινό, ευτελίζει τον πολιτικό λόγο και ενισχύει την πεποίθηση ότι «όλοι παίζουν έναν ρόλο».

Η ευθύνη του παρουσιαστή

Ο καλός παρουσιαστής δεν χρειάζεται να αποδεικνύει ότι γνωρίζει τα πάντα. Η δύναμή του βρίσκεται στην προετοιμασία, στην καθαρή ερώτηση, στην επιμονή όταν ο καλεσμένος αποφεύγει να απαντήσει και στην ικανότητα να διατηρεί τη συζήτηση κατανοητή. Δεν είναι εισαγγελέας, κομματικός εκπρόσωπος ούτε πρωταγωνιστής του δελτίου. Είναι ο εκπρόσωπος του κοινού απέναντι στην πληροφορία και στην εξουσία.

Η επιθετικότητα δεν είναι κατ’ ανάγκην αυστηρότητα. Συχνά μια ήρεμη, ακριβής ερώτηση αποκαλύπτει περισσότερα από μια θεαματική αντιπαράθεση. Αντίστοιχα, η ευγένεια δεν σημαίνει υποχωρητικότητα. Σημαίνει σεβασμό στον θεατή και στον δημόσιο διάλογο.

Μπορεί η τηλεόραση να ξανακερδίσει το κοινό;

Η τηλεόραση παραμένει ένα εξαιρετικό μέσο. Μπορεί να συνδυάσει την εικόνα με τον λόγο, την αμεσότητα με την έρευνα, το ρεπορτάζ με τη μαρτυρία. Μπορεί να μεταφέρει τον πολίτη στον τόπο όπου συμβαίνουν τα γεγονότα και να κάνει ένα σύνθετο θέμα κατανοητό σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτό το πλεονέκτημα δεν έχει χαθεί· συχνά όμως σπαταλιέται.

Για να αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης, χρειάζονται ορισμένες απλές αλλά ουσιαστικές αλλαγές: σαφής διάκριση είδησης και γνώμης, λιγότερες ατάκες και περισσότερη εξήγηση, διαφορετικές και ουσιαστικές φωνές αντί των ίδιων κομματικών προσώπων, χρόνος για ολοκληρωμένες απαντήσεις, αυστηροί κανόνες στη συζήτηση και μεγαλύτερη παρουσία θεμάτων που αφορούν την καθημερινή ζωή, την κοινωνία, την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Χρειάζεται επίσης δημοσιογραφία που δεν περιορίζεται στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά εξετάζει σοβαρά και τις δυνατές απαντήσεις. Όχι για να ωραιοποιεί την πραγματικότητα, αλλά για να μην παρουσιάζει τον κόσμο ως ένα αδιέξοδο χωρίς καμία ανθρώπινη δυνατότητα παρέμβασης.

Δεν φταίει μόνο το κοινό

Είναι εύκολο να υποστηρίξει κανείς ότι οι πολίτες «δεν ενδιαφέρονται πια» ή ότι προτιμούν το ελαφρύ περιεχόμενο των κοινωνικών δικτύων. Αυτή η εξήγηση, όμως, απαλλάσσει τα μέσα από τη δική τους ευθύνη. Αν ένα σημαντικό μέρος του κοινού αποφεύγει την πολιτική ενημέρωση, τα μέσα οφείλουν να αναρωτηθούν όχι μόνο τι συμβαίνει με το κοινό, αλλά και τι είδους ενημέρωση του προσφέρουν.

Ο πολίτης δεν ζητά ειδήσεις χωρίς δυσάρεστα γεγονότα ούτε δημοσιογραφία χωρίς κρίση. Ζητά να μην τον κατακλύζουν, να μην τον χειραγωγούν συναισθηματικά και να μην προσβάλλουν τη νοημοσύνη του. Ζητά να καταλαβαίνει περισσότερο μετά το τέλος ενός δελτίου – όχι να αισθάνεται απλώς πιο θυμωμένος, πιο φοβισμένος ή πιο ανήμπορος.

Η τηλεόραση δεν καταστρέφεται επειδή εμφανίστηκαν το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα. Κινδυνεύει όταν υιοθετεί τα πιο θορυβώδη χαρακτηριστικά τους: την ταχύτητα χωρίς βάθος, την πόλωση χωρίς διάλογο και την ατάκα χωρίς περιεχόμενο. Αν ξαναδώσει χώρο στη γνώση, στη μέτρηση και στην ουσιαστική συζήτηση, μπορεί να ανακτήσει όχι μόνο το κοινό της, αλλά και τον δημοκρατικό της ρόλο.

Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί ο κόσμος γυρίζει την πλάτη στις ειδήσεις. Είναι αν η τηλεοπτική ενημέρωση είναι πρόθυμη να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να ακούσει τι της λέει αυτή η απομάκρυνση.


Σημείωση: Σύμφωνα με το Digital News Report 2026 του Reuters Institute for the Study of Journalism, η διαρκής ροή ενημέρωσης προκαλεί σε σημαντικό μέρος του κοινού αίσθημα υπερφόρτωσης, ενώ καταγράφονται αποστασιοποίηση, άγχος και αυξανόμενος κυνισμός απέναντι στις ειδήσεις. Η έρευνα επισημαίνει, παράλληλα, ότι οι πολίτες ζητούν από τα μέσα περισσότερη αμεροληψία, ακρίβεια, διαφάνεια και ουσιαστικό πρωτογενές ρεπορτάζ.

https://www.timesnews.gr/otan-i-enimerosi-diochnei-ton-politi/


Ποιον ωφελεί η αντιπολιτευτική καταστροφολογία;

 


Η κυβέρνηση πρέπει να ελέγχεται αυστηρά· όμως, όταν κάθε πρόβλημα παρουσιάζεται ως εθνική κατάρρευση, η κριτική χάνει την αξιοπιστία της και τελικά ενισχύει εκείνους που υποτίθεται ότι θέλει να αποδυναμώσει


Δεν χρειάζεται να υπερασπίζεται κανείς την κυβέρνηση για να διαπιστώσει ότι ένα σημαντικό μέρος της αντιπολιτευτικής κριτικής έχει εγκλωβιστεί στην υπερβολή. Από την επομένη σχεδόν της εκλογικής της νίκης, κάθε απόφαση, αστοχία ή καθυστέρηση παρουσιάζεται ως απόδειξη γενικευμένης αποτυχίας. Η χώρα εμφανίζεται μονίμως στο χείλος της καταστροφής, οι θεσμοί περίπου διαλυμένοι, η κοινωνία ολοκληρωτικά εγκαταλελειμμένη και η κυβέρνηση υπεύθυνη για κάθε παθογένεια – ακόμη και για εκείνες που έχουν ιστορία δεκαετιών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να ελέγχεται. Το αντίθετο: όσο ισχυρότερη είναι κοινοβουλευτικά και όσο πιο αδύναμη εμφανίζεται η αντιπολίτευση, τόσο αυστηρότερος πρέπει να είναι ο δημόσιος έλεγχος. Η ακρίβεια, η κατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η λειτουργία της Δικαιοσύνης, η ποιότητα των θεσμών, οι ανισότητες, η στεγαστική κρίση και η ανασφάλεια μεγάλου μέρους της κοινωνίας είναι πραγματικά προβλήματα. Δεν επινοήθηκαν από τα κόμματα ούτε πρέπει να υποβαθμίζονται από την κυβερνητική επικοινωνία.

Άλλο, όμως, η τεκμηριωμένη κριτική και άλλο η καταστροφολογία.

Η αντιπολίτευση έχει θεσμική υποχρέωση να αποκαλύπτει λάθη, να ζητεί εξηγήσεις, να ελέγχει την εξουσία και να προτείνει διαφορετικές λύσεις. Όταν, όμως, περιγράφει κάθε μέτρο ως «λεηλασία», κάθε κυβερνητική αστοχία ως «θεσμική εκτροπή» και κάθε κοινωνικό πρόβλημα ως ένδειξη επικείμενης κατάρρευσης, οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Και όταν εμφανιστεί πράγματι μια σοβαρή θεσμική ή κοινωνική κρίση, η προειδοποίηση δεν ακούγεται πλέον. Έχει προηγηθεί τόσος θόρυβος, ώστε η κοινωνία δυσκολεύεται να ξεχωρίσει το ουσιώδες από το προσχηματικό.

Ποιον ωφελεί τελικά;

Παραδόξως, η μόνιμη καταστροφολογία συχνά ωφελεί πρώτα την ίδια την κυβέρνηση. Της επιτρέπει να απορρίπτει ακόμη και τις βάσιμες κατηγορίες ως κομματικές υπερβολές. Αν η αντιπολίτευση καταγγέλλει τα πάντα με την ίδια ένταση, τότε η εξουσία μπορεί ευκολότερα να ισχυριστεί ότι δεν δέχεται κριτική αλλά πόλεμο φθοράς. Έτσι, τα πραγματικά λάθη της κυβέρνησης χάνονται μέσα σε έναν ωκεανό γενικευμένων καταγγελιών.

Ωφελεί επίσης τις ακραίες και αντισυστημικές δυνάμεις. Όταν τα δημοκρατικά κόμματα επαναλαμβάνουν ότι «τίποτε δεν λειτουργεί», ότι «όλοι οι θεσμοί έχουν καταρρεύσει» και ότι «η χώρα δεν έχει καμία προοπτική», καλλιεργούν –έστω και άθελά τους– ένα έδαφος συνολικής απαξίωσης. Σε αυτό το έδαφος δεν ευδοκιμεί συνήθως η υπεύθυνη πολιτική εναλλαγή, αλλά ο θυμός, ο μηδενισμός και η αναζήτηση ενός αυταρχικού ή δήθεν σωτήριου προσώπου.

Δεν ωφελεί, πάντως, τον πολίτη. Ο πολίτης που ακούει καθημερινά ότι όλα καταρρέουν, ενώ η προσωπική του εμπειρία είναι περισσότερο σύνθετη, οδηγείται είτε στον φόβο είτε στην αδιαφορία. Μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ότι δεν είναι όλες οι κυβερνητικές επιλογές αποτυχημένες και ότι ορισμένα προβλήματα δεν λύνονται με ένα σύνθημα. Όταν η πολιτική γλώσσα δεν αντιστοιχεί στη βιωμένη πραγματικότητα, η εμπιστοσύνη προς εκείνον που την εκφέρει υποχωρεί.

Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στην αντιπολίτευση

Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, δεν δικαιούται να βαφτίζει «καταστροφολογία» κάθε δυσάρεστη κριτική. Η επίκληση της σταθερότητας δεν μπορεί να αποτελεί ασπίδα απέναντι στη λογοδοσία. Ούτε η εκλογική νίκη παρέχει λευκή επιταγή. Μια κυβέρνηση οφείλει να απαντά με στοιχεία, να παραδέχεται τα λάθη της, να διορθώνει τις πολιτικές της και να σέβεται τον θεσμικό ρόλο όσων την ελέγχουν.

Υπάρχει, άλλωστε, και κυβερνητική καταστροφολογία: η δραματοποίηση όσων θα συμβούν εάν αλλάξει η εξουσία, η παρουσίαση κάθε αντιπάλου ως απειλής για τη σταθερότητα και η καλλιέργεια του φόβου ότι οποιαδήποτε πολιτική εναλλαγή θα οδηγήσει τη χώρα στο χάος. Και αυτή η τακτική βλάπτει τη δημοκρατία, επειδή μετατρέπει μια φυσιολογική πολιτική αντιπαράθεση σε μάχη ανάμεσα στη «σωτηρία» και την «καταστροφή».

Το έλλειμμα πειστικής εναλλακτικής

Η καταστροφολογία συχνά κρύβει την αδυναμία παραγωγής συγκεκριμένου πολιτικού σχεδίου. Είναι ευκολότερο να διακηρύξει ένα κόμμα ότι η κυβέρνηση «καταστρέφει τη χώρα» από το να εξηγήσει τι ακριβώς θα έκανε διαφορετικά, με ποια μέσα, σε ποιο χρονικό διάστημα και με ποιο κόστος.

Ο ψηφοφόρος, όμως, δεν αρκείται για πάντα στην οργή. Θέλει να γνωρίζει ποιος μπορεί να κυβερνήσει την επόμενη ημέρα. Η αντιπολίτευση δεν κερδίζει επειδή αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει ελαττώματα· κερδίζει όταν πείθει ότι διαθέτει καλύτερες, εφαρμόσιμες και κοινωνικά δίκαιες λύσεις. Χωρίς θετική πρόταση, η αγανάκτηση μπορεί να προκαλέσει πρόσκαιρη φθορά στην κυβέρνηση, αλλά δύσκολα μετατρέπεται σε σταθερή εμπιστοσύνη προς μια εναλλακτική δύναμη.

Η χώρα χρειάζεται αντιπολίτευση αυστηρή, επίμονη και αδέσμευτη – όχι, όμως, μονίμως αποκαλυπτική και καταγγελτική. Χρειάζεται μια κριτική που να ξεχωρίζει το σοβαρό από το δευτερεύον, να αναγνωρίζει ό,τι λειτουργεί και να αποδομεί με στοιχεία ό,τι αποτυγχάνει. Μια αντιπολίτευση που δεν θα περιμένει την καταστροφή για να δικαιωθεί, αλλά θα εργάζεται ώστε να την αποτρέψει.

Διότι η δημοκρατία δεν υπηρετείται ούτε από την κυβερνητική αυτάρκεια ούτε από τον αντιπολιτευτικό μηδενισμό. Υπηρετείται όταν η εξουσία λογοδοτεί, η κριτική τεκμηριώνεται και η πολιτική διαφωνία δεν καταργεί το μέτρο. Η καταστροφολογία μπορεί να κερδίσει έναν τίτλο, λίγα λεπτά δημοσιότητας ή ένα κύμα οργής στα κοινωνικά δίκτυα. Μακροπρόθεσμα, όμως, αποδυναμώνει εκείνον που την επιλέγει, διευκολύνει εκείνον που θέλει να πλήξει και αφήνει την κοινωνία περισσότερο δύσπιστη, περισσότερο κουρασμένη και περισσότερο μόνη.

https://www.timesnews.gr/poion-ofelei-i-antipoliteytiki-katastrofologia/


Πού πηγαίνει ένας κόσμος που εξοπλίζεται;

 


Οι στρατιωτικές δαπάνες εκτοξεύονται, οι πόλεμοι πολλαπλασιάζονται και η ειρήνη παύει να θεωρείται αυτονόητη. Όμως η πορεία προς μια παγκόσμια σύγκρουση δεν είναι αναπόφευκτη

Υπάρχουν εποχές κατά τις οποίες η Ιστορία φαίνεται να επιταχύνει. Η δική μας είναι μία από αυτές. Κράτη που επί δεκαετίες περιόριζαν τις στρατιωτικές τους δαπάνες επανεξοπλίζονται. Πυρηνικές δυνάμεις εκσυγχρονίζουν τα οπλοστάσιά τους. Πόλεμοι που κάποτε θα θεωρούνταν τοπικοί εμπλέκουν, άμεσα ή έμμεσα, περιφερειακές και παγκόσμιες δυνάμεις. Και οι κοινωνίες, παρακολουθώντας καθημερινά εικόνες καταστροφής, αισθάνονται ότι ο κόσμος βαδίζει προς κάτι σκοτεινό και ανεξέλεγκτο.

Ο φόβος αυτός δεν είναι αδικαιολόγητος. Χρειάζεται, όμως, να διακρίνουμε τον πραγματικό κίνδυνο από τη βεβαιότητα της καταστροφής. Ο κόσμος έχει γίνει περισσότερο επικίνδυνος· δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος όλων εναντίον όλων είναι μοιραίος.

Η επιστροφή των εξοπλισμών

Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την ανησυχία. Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν το 2024 τα 2,718 τρισεκατομμύρια δολάρια, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Περισσότερες από εκατό χώρες αύξησαν τις σχετικές δαπάνες τους. Η Ρωσία δαπάνησε περίπου 149 δισεκατομμύρια δολάρια, η Γερμανία 88,5 δισεκατομμύρια και το Ισραήλ 46,5 δισεκατομμύρια – ποσό αυξημένο κατά 65% μέσα σε έναν χρόνο. Σύμφωνα με το SIPRI, το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (Stockholm International Peace Research Institute) η Ευρώπη έχει ήδη εισέλθει σε μια περίοδο υψηλών και διαρκώς αυξανόμενων στρατιωτικών δαπανών.

Η περίπτωση της Γερμανίας είναι ενδεικτική. Μια χώρα που μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδόμησε την ταυτότητά της πάνω στη στρατιωτική αυτοσυγκράτηση μετατρέπεται στον μεγαλύτερο αμυντικό δαπανητή της Κεντρικής και Δυτικής Ευρώπης. Η Ρωσία έχει προσανατολίσει σημαντικό τμήμα της οικονομίας της στις ανάγκες του πολέμου. Η Τουρκία επιδιώκει στρατηγική αυτονομία αναπτύσσοντας δική της αμυντική βιομηχανία. Το Ισραήλ θεωρεί ότι βρίσκεται σε αγώνα επιβίωσης. Η Βόρεια Κορέα χρησιμοποιεί το πυρηνικό της πρόγραμμα τόσο ως ασπίδα του καθεστώτος όσο και ως μέσο διεθνούς εκβιασμού. Η Κίνα ενισχύεται έχοντας το βλέμμα στην Ταϊβάν και στην κυριαρχία στον Ινδικό και τον Ειρηνικό, ενώ η Ιαπωνία εγκαταλείπει σταδιακά την παλαιά της αμυντική αδράνεια.

Κάθε κράτος παρουσιάζει τους δικούς του εξοπλισμούς ως αναγκαία άμυνα απέναντι στην απειλή των άλλων. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η παγίδα.

Το «δίλημμα ασφαλείας»

Στις διεθνείς σχέσεις υπάρχει ένας παλαιός και εξαιρετικά επικίνδυνος μηχανισμός. Ένα κράτος εξοπλίζεται για να αισθανθεί ασφαλέστερο. Ο γείτονάς του, όμως, δεν μπορεί να γνωρίζει αν αυτά τα όπλα προορίζονται μόνο για άμυνα. Αισθάνεται ότι απειλείται και εξοπλίζεται περισσότερο. Το πρώτο κράτος ερμηνεύει την αντίδραση αυτή ως επιβεβαίωση των φόβων του και αυξάνει ξανά τη στρατιωτική του ισχύ.

Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος στον οποίο όλοι ισχυρίζονται ότι αμύνονται, αλλά όλοι μαζί κάνουν τον κόσμο περισσότερο επικίνδυνο.

Η αποτροπή μπορεί πράγματι να εμποδίσει έναν πόλεμο. Μπορεί όμως και να αποτύχει εξαιτίας ενός λανθασμένου υπολογισμού, ενός τεχνικού σφάλματος, μιας παρανόησης ή ενός ηγέτη που πιστεύει ότι ο αντίπαλός του δεν θα αντιδράσει. Οι περισσότεροι μεγάλοι πόλεμοι δεν άρχισαν επειδή οι λαοί τούς επιθυμούσαν. Άρχισαν επειδή οι ηγεσίες πίστεψαν ότι μπορούσαν να τους ελέγξουν, να τους περιορίσουν ή να τους κερδίσουν γρήγορα.

Ένας νέος, ασταθής Ψυχρός Πόλεμος

Η σημερινή κατάσταση θυμίζει σε ορισμένα σημεία τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά παρουσιάζει μία κρίσιμη διαφορά. Τότε υπήρχαν δύο σχετικά σταθερά στρατόπεδα, δίαυλοι επικοινωνίας και, σταδιακά, συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών. Σήμερα το σύστημα είναι πολυκεντρικό και πιο χαοτικό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ρωσία ανταγωνίζονται σε διαφορετικά επίπεδα. Περιφερειακές δυνάμεις –όπως η Τουρκία, το Ιράν, το Ισραήλ, η Ινδία και η Σαουδική Αραβία– ακολουθούν τις δικές τους στρατηγικές. Παράλληλα, οι πόλεμοι διεξάγονται πλέον όχι μόνο με στρατούς αλλά και με κυβερνοεπιθέσεις, drones, δορυφόρους, οικονομικές κυρώσεις, παραπληροφόρηση και τεχνητή νοημοσύνη.

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ειρήνη και στον πόλεμο γίνεται θολή. Μια χώρα μπορεί να μην έχει κηρύξει πόλεμο και παρ’ όλα αυτά να δέχεται ψηφιακές επιθέσεις, παρεμβάσεις στις εκλογές της, σαμποτάζ στις υποδομές της ή οικονομικό στραγγαλισμό.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι και τα εννέα κράτη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα ενισχύουν ή εκσυγχρονίζουν τα οπλοστάσιά τους. Στις αρχές του 2025 υπήρχαν περίπου 12.241 πυρηνικές κεφαλές, από τις οποίες περίπου 2.100 βρίσκονταν σε κατάσταση υψηλής επιχειρησιακής ετοιμότητας. Το SIPRI επισημαίνει ότι ο ρυθμός απόσυρσης των παλαιών κεφαλών επιβραδύνεται, ενώ νέες εισέρχονται στα οπλοστάσια.

Οι λαοί θέλουν ειρήνη – ποιος, όμως, αποφασίζει;

Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν, να εργαστούν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, να αγαπήσουν και να δημιουργήσουν. Δεν επιθυμούν να γίνουν στρατιώτες ούτε πρόσφυγες. Το πρόβλημα είναι ότι οι διεθνείς αποφάσεις δεν λαμβάνονται πάντοτε σύμφωνα με τις επιθυμίες των κοινωνιών.

Τα κράτη σκέφτονται με όρους ισχύος, εθνικού συμφέροντος και επιβίωσης. Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν συχνά τον φόβο για να συσπειρώσουν τους πολίτες. Οι πολεμικές βιομηχανίες αποκτούν τεράστια οικονομική και πολιτική επιρροή. Ο εξοπλισμός παρουσιάζεται ως μονόδρομος, ενώ η διπλωματία αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ένδειξη αδυναμίας.

Παράλληλα, κάθε δισεκατομμύριο που κατευθύνεται στα όπλα αφαιρείται δυνητικά από την υγεία, την παιδεία, την κοινωνική προστασία και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Η στρατιωτικοποίηση δεν μεταβάλλει μόνο τις σχέσεις μεταξύ των κρατών· μεταμορφώνει και τις ίδιες τις κοινωνίες. Τις συνηθίζει στην ιδέα του εχθρού, στην επιτήρηση, στην περιστολή δικαιωμάτων και στην αντίληψη ότι η βία αποτελεί φυσιολογικό εργαλείο πολιτικής.

Βαδίζουμε προς παγκόσμιο πόλεμο;

Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι ο κίνδυνος μιας ευρύτερης σύρραξης έχει αυξηθεί. Ιδίως επειδή υπάρχουν πολλά σημεία ανάφλεξης –Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Ταϊβάν, Κορεατική Χερσόνησος– όπου ένα επεισόδιο θα μπορούσε να εμπλέξει μεγάλες δυνάμεις.

Ωστόσο, η γενίκευση του πολέμου δεν είναι η πιθανότερη ούτε η αναπόφευκτη εξέλιξη. Τα πυρηνικά όπλα, όσο τρομακτικά και αν είναι, εξακολουθούν να λειτουργούν και ως ισχυρό αντικίνητρο απέναντι σε μια άμεση σύγκρουση των μεγάλων δυνάμεων. Η παγκόσμια οικονομική αλληλεξάρτηση αυξάνει υπερβολικά το κόστος ενός γενικευμένου πολέμου. Και, παρά την αδυναμία τους, οι διεθνείς οργανισμοί και οι διπλωματικοί δίαυλοι δεν έχουν εξαφανιστεί.

Το πιθανότερο μέλλον δεν είναι ένας μοναδικός παγκόσμιος πόλεμος με σαφή αρχή, αλλά μια παρατεταμένη εποχή ανασφάλειας: περιφερειακές συγκρούσεις, ανταγωνισμοί δι’ αντιπροσώπων, κυβερνοεπιθέσεις, οικονομικοί αποκλεισμοί, προσφυγικές κρίσεις και διαρκής φόβος κλιμάκωσης. Αυτό μπορεί να μην ονομάζεται Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, αλλά για τους ανθρώπους που θα ζουν μέσα στις εστίες της βίας η ονομασία δεν θα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η ειρήνη δεν είναι παθητική κατάσταση

Δεν αρκεί να λέμε ότι οι λαοί θέλουν ειρήνη. Η ειρήνη χρειάζεται θεσμούς, συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών, ισχυρή διπλωματία, ανεξάρτητη ενημέρωση και κοινωνίες που απαιτούν λογοδοσία από τις κυβερνήσεις τους. Χρειάζεται επίσης δικαιοσύνη: οι πόλεμοι γεννιούνται ευκολότερα εκεί όπου συσσωρεύονται ταπείνωση, φτώχεια, ανισότητες, κατοχή και ατιμωρησία.

Πού πάμε, λοιπόν; Προς έναν κόσμο πιο στρατιωτικοποιημένο, πιο καχύποπτο και σαφώς πιο επικίνδυνο. Όχι όμως προς ένα μέλλον ήδη αποφασισμένο.

Η μεγαλύτερη απειλή ίσως δεν είναι μόνο τα όπλα. Είναι η εξοικείωσή μας με αυτά· η αποδοχή της ιδέας ότι ο πόλεμος αποτελεί φυσικό νόμο και ότι η ειρήνη είναι μια αφελής πολυτέλεια. Γιατί όταν οι κοινωνίες πάψουν να πιστεύουν ότι υπάρχει εναλλακτική λύση, τότε οι κυβερνήσεις θα έχουν πραγματικά ελεύθερο τον δρόμο.

Η Ιστορία δεν κινείται μόνη της. Την κατευθύνουν πολιτικές αποφάσεις, οικονομικά συμφέροντα, συλλογικοί φόβοι – αλλά και η αντίσταση των ανθρώπων που εξακολουθούν να απαιτούν το αυτονόητο: να μη θυσιαστεί η ζωή τους στους ανταγωνισμούς της ισχύος.

https://www.timesnews.gr/poy-pigainei-enas-kosmos-poy-exoplizetai/

Η εποχή της αποξένωσης

 


Πώς ο σύγχρονος τρόπος ζωής αποδυναμώνει τις ανθρώπινες σχέσεις και μετατρέπει τη μοναξιά σε συλλογικό κοινωνικό φαινόμενο

Ζούμε σε μια εποχή όπου η επικοινωνία είναι διαρκής, αλλά η ουσιαστική επαφή όλο και πιο σπάνια. Οι γείτονες συχνά παραμένουν άγνωστοι, οι φιλίες χάνονται μέσα στην πίεση της καθημερινότητας και ακόμη και οι άνθρωποι που μοιράζονται το ίδιο σπίτι δυσκολεύονται να συνομιλήσουν πραγματικά. Η αποξένωση δεν αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών ή ατομικής αδιαφορίας. Είναι ένα σύνθετο πρόβλημα της εποχής, το οποίο συνδέεται με την εργασιακή εξάντληση, την οικονομική ανασφάλεια, τον σύγχρονο ατομικισμό, την υποχώρηση της συλλογικής ζωής και την κυριαρχία της ψηφιακής επικοινωνίας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η μοναξιά παύει να είναι μια αποκλειστικά ιδιωτική εμπειρία και αναδεικνύεται σε σύμπτωμα του τρόπου με τον οποίο είναι οργανωμένη η σύγχρονη κοινωνία.

Οι παλιότερες κοινότητες δεν ήταν απαραίτητα ιδανικές· υπήρχαν συγκρούσεις, κουτσομπολιό και καταπίεση. Είχαν όμως κάτι που σήμερα σπανίζει: αναγκαστική εγγύτητα. Οι άνθρωποι χρειάζονταν τον γείτονα, επισκέπτονταν τον φίλο χωρίς ιδιαίτερο προγραμματισμό, μοιράζονταν χώρους και χρόνο. Σήμερα μπορούμε να οργανώσουμε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή μας χωρίς ουσιαστική επαφή με κανέναν. Η ανεξαρτησία μάς απελευθέρωσε, αλλά παράλληλα αφαίρεσε πολλές από τις καθημερινές αφορμές για σύνδεση.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν την εντύπωση της επαφής χωρίς πάντα να προσφέρουν το βάθος της. Παρακολουθούμε τη ζωή των άλλων, αλλά δεν συμμετέχουμε πραγματικά σε αυτήν. Έτσι γεννιέται ένα παράξενο αίσθημα: ξέρουμε τι κάνουν όλοι, αλλά δεν γνωρίζουμε πώς είναι. Και επειδή βλέπουμε κυρίως επιλεγμένες εικόνες ευτυχίας, η δική μας μοναξιά μοιάζει προσωπική αποτυχία, ενώ συχνά αποτελεί συλλογικό βίωμα.

Παράλληλα, η εξάντληση έχει εισχωρήσει στις σχέσεις. Η εργασία, η οικονομική ανασφάλεια, οι υποχρεώσεις και η αδιάκοπη ροή πληροφοριών καταναλώνουν την ψυχική ενέργεια που χρειάζεται για να ακούσουμε πραγματικά έναν άνθρωπο. Οι φίλοι δεν ξεχνούν πάντοτε ο ένας τον άλλον επειδή έπαψαν να νοιάζονται· πολλές φορές αποσύρονται επειδή δεν αντέχουν άλλο. Όμως η επαναλαμβανόμενη απουσία, όποια κι αν είναι η αιτία της, βιώνεται τελικά ως εγκατάλειψη.

Το ίδιο συμβαίνει και μέσα στα ζευγάρια. Η συμβίωση δεν εγγυάται την επικοινωνία. Δύο άνθρωποι μπορεί να ανταλλάσσουν καθημερινά πληροφορίες —τι θα φάνε, ποιος θα πληρώσει, τι πρέπει να γίνει— χωρίς να αποκαλύπτουν ποτέ τι φοβούνται, τι τους λείπει ή τι λαχταρούν. Η λειτουργική επικοινωνία κρατά ένα σπίτι σε τάξη· η συναισθηματική επικοινωνία κρατά τη σχέση ζωντανή.

Υπάρχει επίσης ένας σύγχρονος φόβος της ευαλωτότητας. Θέλουμε να δείχνουμε αυτάρκεις, απασχολημένοι και καλά. Το «μου λείπεις», «σε χρειάζομαι» ή «νιώθω μόνος» μοιάζει επικίνδυνο, επειδή δίνει στον άλλον τη δυνατότητα να μη μας ανταποκριθεί. Έτσι περιμένουμε συχνά να κάνει εκείνος την πρώτη κίνηση. Όταν όμως όλοι περιμένουν, η σιωπή μετατρέπεται σταδιακά σε κανονικότητα.

Η μοναξιά, επομένως, δεν είναι μόνο απουσία ανθρώπων. Μπορεί να είναι η απουσία αναγνώρισης: το αίσθημα ότι κανείς δεν σε βλέπει πραγματικά, δεν σε αναζητά αυθόρμητα και δεν ενδιαφέρεται να ακούσει όσα δεν χωρούν σε μια σύντομη απάντηση. Γι’ αυτό μπορεί κανείς να αισθάνεται βαθιά μόνος ακόμη και μέσα σε γάμο, σε παρέα ή σε μια γεμάτη πόλη.

Κι όμως, η αποξένωση δεν είναι αναπόφευκτη ούτε αμετάκλητη. Οι σχέσεις ξαναζωντανεύουν συνήθως μέσα από μικρές, επαναλαμβανόμενες πράξεις: ένα τηλεφώνημα χωρίς πρακτικό λόγο, μια ειλικρινής κουβέντα, μια πρόσκληση χωρίς επισημότητα, μια ερώτηση που δεν γίνεται από ευγένεια αλλά από πραγματικό ενδιαφέρον. Χρειάζεται κάποιος να διακινδυνεύσει πρώτος την αμηχανία και να πει: «Δεν θέλω να χαθούμε».

Η σύγχρονη μοναξιά, λοιπόν, δεν αποτελεί απλώς προσωπική δυσκολία ούτε μπορεί να αποδοθεί στην αποτυχία μεμονωμένων ανθρώπων να δημιουργήσουν σχέσεις. Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο, που συνδέεται με τον τρόπο ζωής, την εργασιακή εξάντληση, την οικονομική ανασφάλεια, την αποδυνάμωση της κοινότητας, τον ατομικισμό και την κυριαρχία της ψηφιακής επικοινωνίας. Η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην ατομική προσπάθεια· προϋποθέτει την αναζωογόνηση των συλλογικών δεσμών και τη δημιουργία μιας καθημερινότητας στην οποία οι άνθρωποι θα έχουν ξανά τον χρόνο, τον χώρο και την ασφάλεια να συναντηθούν ουσιαστικά.

https://www.timesnews.gr/i-epochi-tis-apoxenosis/