Friday, October 30, 2026

Η Ευρώπη στους δρόμους: οι αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας

 Από την εκπαίδευση και τη στέγη έως το κόστος ζωής, οι κινητοποιήσεις φέρνουν στο προσκήνιο κοινές αγωνίες και διαφορετικά εθνικά αδιέξοδα. Πόσο πιθανή είναι μια ευρύτερη κοινωνική κινητοποίηση στην Ελλάδα;



Η Ευρώπη βιώνει ένα κύμα κοινωνικής αμφισβήτησης, με διαφορετικές αφετηρίες αλλά ένα κοινό υπόβαθρο: την απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες των πολιτών και στις πραγματικές δυνατότητές τους να ζήσουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Για την Ελλάδα, μια νέα διεύρυνση των κινητοποιήσεων είναι πιθανό ενδεχόμενο· δεν αποτελεί, όμως, αναπόφευκτη εξέλιξη ούτε μπορεί να προβλεφθεί από τις εικόνες που έρχονται από άλλες χώρες.

Με βάση τις εξελίξεις έως τις 17 Οκτωβρίου 2026, χρειάζεται πρώτα να ξεχωρίσουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Η εικόνα μιας Ευρώπης που «βράζει» έχει πραγματική βάση, αλλά μπορεί να γίνει παραπλανητική όταν παρουσιάζει όλες τις διαδηλώσεις ως τμήματα μιας ενιαίας εξέγερσης.

Στη Γαλλία, οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, τις συνθήκες στα σχολεία και τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης. Σταδιακά συναντήθηκαν με ευρύτερη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες. Στο Βέλγιο, οι μαθητικές και φοιτητικές αντιδράσεις συνδέονται με το κόστος και την πρόσβαση στην εκπαίδευση, ενώ συναντούν συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις κατά δημοσιονομικών περικοπών. Οι διαδηλώσεις στις Βρυξέλλες, επομένως, έχουν και συγκεκριμένο βελγικό περιεχόμενο: δεν στρέφονται συλλήβδην εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στην Ισπανία, κεντρικό ζήτημα είναι η κατοικία: ενοίκια, εξώσεις και αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή στέγη. Στην Ιταλία, οι πρόσφατες μαθητικές κινητοποιήσεις περιλαμβάνουν αιτήματα για περισσότερους πόρους στα σχολεία, με ρητή αμφισβήτηση της προτεραιότητας των εξοπλιστικών δαπανών. Στην Αλβανία, η εκπαιδευτική και εργασιακή ανασφάλεια συνδυάζεται με καταγγελίες για διαφθορά και άμεση αμφισβήτηση της κυβέρνησης. Πρόκειται, μάλιστα, για χώρα εκτός ΕΕ, με διαφορετικό θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο.

Το κοινό νήμα βρίσκεται, κατά την εκτίμησή μου, σε πέντε βαθύτερες μεταβολές.

Πρώτον, η οικονομική επίδοση έχει αποσυνδεθεί, για αρκετούς πολίτες, από την προσωπική πρόοδο. Μια οικονομία μπορεί να αναπτύσσεται, η απασχόληση να αυξάνεται και τα δημόσια οικονομικά να βελτιώνονται, χωρίς ένας εργαζόμενος να αποκτά ουσιαστικά μεγαλύτερη άνεση. Εάν το επιπλέον εισόδημα απορροφάται από το ενοίκιο, την ενέργεια και τις βασικές ανάγκες, η βελτίωση παραμένει δυσδιάκριτη στην καθημερινότητα.

Εδώ δημιουργείται ένα σοβαρό πολιτικό χάσμα. Η κυβέρνηση μιλά για επιτυχία και ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι δυσκολεύεται περισσότερο. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα οικονομικά στοιχεία είναι λανθασμένα. Σημαίνει ότι οι μέσοι όροι δεν περιγράφουν επαρκώς την κατανομή των ωφελειών και των επιβαρύνσεων.

Δεύτερον, η κατοικία και η εκπαίδευση αγγίζουν πλέον την ίδια την προοπτική της ζωής. Το ακριβό ενοίκιο δεν περιορίζει απλώς την κατανάλωση. Καθυστερεί την ανεξαρτησία, δυσκολεύει τις σπουδές, εμποδίζει τη μετακίνηση για εργασία και επηρεάζει τη δημιουργία οικογένειας. Αντίστοιχα, ένα σχολείο χωρίς επαρκείς εκπαιδευτικούς μεταδίδει την αίσθηση ότι η αφετηρία των νέων εξαρτάται όλο και περισσότερο από το οικογενειακό εισόδημα.

Η διαμαρτυρία αποκτά έτσι ευρύτερο περιεχόμενο: «Τι δυνατότητες έχω να χτίσω τη ζωή μου;». Αυτό βοηθά να εξηγήσουμε γιατί ένα φαινομενικά επιμέρους αίτημα μπορεί να προσελκύσει γονείς, εργαζομένους και άλλες κοινωνικές ομάδες.

Τρίτον, οι δημόσιες δαπάνες μετατρέπονται σε σύγκρουση προτεραιοτήτων. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν κοινωνικές υπηρεσίες, συντάξεις, ενεργειακές και αμυντικές ανάγκες, διατηρώντας παράλληλα βιώσιμο δανεισμό. Οι περιορισμοί αυτοί είναι πραγματικοί. Ωστόσο, κάθε επιλογή έχει κοινωνικό αποδέκτη: κάποιος πληρώνει περισσότερο, κάποιος περιμένει, κάποια υπηρεσία υποχωρεί.

Οι πολίτες δεν κρίνουν μόνο πόσοι πόροι υπάρχουν. Κρίνουν και εάν οι θυσίες κατανέμονται δίκαια, εάν περιορίζεται η σπατάλη και εάν οι ισχυρότεροι συμμετέχουν αναλογικά. Όταν η απάντηση δεν πείθει, η δημοσιονομική διαχείριση γίνεται ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης.

Τέταρτον, η δυσαρέσκεια εντείνεται όταν συναντά την αίσθηση ότι κανείς δεν ακούει. Η οικονομική δυσκολία από μόνη της δεν εξηγεί την έκταση μιας κινητοποίησης. Μεγάλη σημασία έχει η αντιμετώπισή της: ουσιαστικός διάλογος, καθυστερημένες παραχωρήσεις, υποτίμηση των αιτημάτων ή καταστολή.

Η αστυνομική διαχείριση μπορεί επίσης να αλλάξει το αντικείμενο της διαμαρτυρίας. Ένα κίνημα για την εκπαίδευση μπορεί να αποκτήσει επιπλέον αιτήματα για δικαιώματα και λογοδοσία. Αντίστροφα, οι καταστροφές και οι επιθέσεις μπορούν να απομακρύνουν πολίτες που συμφωνούν με τα αρχικά αιτήματα. Γι’ αυτό χρειάζεται σαφής διάκριση ανάμεσα στη μαζική ειρηνική συμμετοχή και στις βίαιες ενέργειες που εμφανίζονται σε ορισμένες συγκεντρώσεις.

Πέμπτον, οι κινητοποιήσεις μεταφέρουν παραδείγματα πέρα από τα σύνορα. Η επιτυχία, η επιμονή ή ακόμη και η προβολή ενός κινήματος ενθαρρύνει άλλους να δοκιμάσουν ανάλογες μορφές δράσης. Στη σημερινή ευρωπαϊκή συγκυρία υπάρχουν καταγεγραμμένες αναφορές επιρροής των γαλλικών κινητοποιήσεων σε γειτονικές χώρες. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να εξηγήσει τη συμμετοχή: το παράδειγμα βρίσκει ανταπόκριση όταν υπάρχουν ήδη τοπικά προβλήματα.

Μπορεί, λοιπόν, να «έρθει η σειρά μας»;

Η Ελλάδα διαθέτει κοινωνικές πιέσεις που μπορούν να τροφοδοτήσουν ευρύτερες κινητοποιήσεις. Ιδιαίτερα ισχυρό είναι το στεγαστικό βάρος. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, έναντι 7,7% στην ΕΕ. Πρόκειται για δείκτη οικονομικής πίεσης, όχι για πρόβλεψη κοινωνικής έκρηξης.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι διαφορετικές δυσαρέσκειες μπορούν να συναντηθούν. Ο ενοικιαστής, ο φοιτητής, ο χαμηλόμισθος εργαζόμενος και ο μικρός επαγγελματίας δεν έχουν ταυτόσημα συμφέροντα. Μπορούν, όμως, να βρουν κοινό έδαφος στην προσιτή κατοικία, στην ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, στην εργασιακή ασφάλεια και στην απαίτηση δίκαιης μεταχείρισης.

Μια μεγάλη κινητοποίηση γίνεται πιθανότερη όταν συνυπάρξουν τρεις συνθήκες: συσσωρευμένη πίεση, ένα γεγονός που συμπυκνώνει το αίσθημα αδικίας και αξιόπιστα δίκτυα οργάνωσης. Ακόμη και τότε, η συνέχεια εξαρτάται από τη σαφήνεια των αιτημάτων, την κοινωνική στήριξη και την ανταπόκριση της πολιτείας.

Υπάρχουν παράλληλα παράγοντες που μπορούν να συγκρατήσουν τη συμμετοχή: η κόπωση από προηγούμενες κρίσεις, ο φόβος απώλειας εισοδήματος, η δυσπιστία προς κόμματα και συνδικάτα, η απογοήτευση για την αποτελεσματικότητα των διαδηλώσεων. Η ίδια ανασφάλεια που κινητοποιεί έναν άνθρωπο μπορεί να αποθαρρύνει κάποιον άλλον. Γι’ αυτό η κοινωνική σιωπή δεν αποδεικνύει πάντοτε ικανοποίηση – όπως και μια μεγάλη συγκέντρωση δεν αποδεικνύει από μόνη της επικείμενη πολιτική ανατροπή.

Για την Ελλάδα θα ξεχώριζα τρεις πιθανές διαδρομές:

  • Επιμέρους κινητοποιήσεις, με κλαδικά ή τοπικά αιτήματα, χωρίς σταθερό συντονισμό.
  • Ευρύτερη κοινωνική σύγκλιση, εάν διαφορετικές ομάδες συναντηθούν γύρω από συγκεκριμένες, κατανοητές διεκδικήσεις.
  • Εκλογική ή αποστασιοποιημένη έκφραση της δυσαρέσκειας, με μετακινήσεις ψήφων, αποχή ή περαιτέρω δυσπιστία, χωρίς ανάλογη διάρκεια στον δρόμο.

Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να ανακηρύξουμε κάποια από αυτές βέβαιη. Εξίσου επισφαλής είναι η υπόθεση ότι η κοινωνική διαμαρτυρία ωφελεί αυτόματα μια συγκεκριμένη πολιτική παράταξη. Τα κοινωνικά αιτήματα μπορεί να οδηγήσουν σε μεταρρυθμίσεις, να απορροφηθούν από κόμματα διαφορετικών κατευθύνσεων ή να εξαντληθούν χωρίς σταθερή εκπροσώπηση.

Αυτό που αποκαλύπτουν οι ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις είναι μια δυσκολία του πολιτικού συστήματος να μετατρέψει την οικονομική διαχείριση σε χειροπιαστή κοινωνική ασφάλεια. Οι διαδηλώσεις αποτελούν και δημοκρατικό τρόπο διόρθωσης αυτής της απόστασης. Η εξέλιξή τους θα κριθεί από το κατά πόσο οι κυβερνήσεις μπορούν να δώσουν πειστικές και εφαρμόσιμες απαντήσεις και τα κινήματα να διαμορφώσουν αιτήματα με διάρκεια και ευρεία στήριξη.

Στην Ελλάδα, επομένως, μια νέα μεγάλη κινητοποίηση είναι δυνατότητα που αξίζει να εξετάζουμε σοβαρά. Θα προκύψει από τον τρόπο με τον οποίο θα συναντηθούν οι δικές μας κοινωνικές πιέσεις, οι πολιτικές αποφάσεις και η εμπιστοσύνη των πολιτών στη συλλογική δράση.

https://www.timesnews.gr/i-eyropi-stoys-dromoys-oi-aities-tis-koinonikis-dysareskeias/

 

Ερντογάν και Ευρώπη: πόση καταστολή χωράει σε μια «στρατηγική σχέση»;

 Η πίεση στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και στην τουρκική αντιπολίτευση αποκαλύπτει τα όρια μιας ευρωπαϊκής πολιτικής που καταγγέλλει τον αυταρχισμό, αλλά δυσκολεύεται να του επιβάλει κόστος.



Η αντίφαση είναι πραγματική: η Ευρωπαϊκή Ένωση διακηρύσσει ότι η δημοκρατία, το κράτος δικαίου και η ελευθερία της ενημέρωσης αποτελούν θεμέλια της εξωτερικής της πολιτικής, ενώ εξακολουθεί να αναζητεί στενότερη συνεργασία με μια τουρκική εξουσία που περιορίζει συστηματικά αυτές τις αρχές. Η εξήγηση βρίσκεται στα συμφέροντα, στις εξαρτήσεις και στους φόβους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Αυτό, όμως, εξηγεί τη στάση τους· δεν αρκεί για να τη δικαιολογήσει.

Τα πρόσφατα γεγονότα ενισχύουν την εικόνα μιας βαθύτερης αυταρχικής σκλήρυνσης. Στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026, οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα κατατάσσουν την Τουρκία στην 163η θέση μεταξύ 180 χωρών, έναντι της 159ης το 2025. Η οργάνωση περιγράφει ένα περιβάλλον στο οποίο η δικαστική πίεση, η λογοκρισία και οι απειλές υπονομεύουν την ανεξάρτητη δημοσιογραφία.

Στις 14 Οκτωβρίου, η αστυνομική έφοδος στο Halk TV και η τοποθέτηση κρατικά διορισμένου διαχειριστή έδωσαν σε αυτή την κατάσταση μια ιδιαίτερα απτή μορφή. Η εισαγγελία επικαλείται έρευνα για οικονομικά αδικήματα σε βάρος του ιδιοκτήτη του σταθμού, ο οποίος απορρίπτει τις κατηγορίες. Η παρέμβαση συνοδεύτηκε από διακοπή της ζωντανής ενημέρωσης. Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα: μια έρευνα σε βάρος επιχειρηματία μετατρέπεται σε αλλαγή ελέγχου ενός μέσου με έντονη κριτική παρουσία απέναντι στην κυβέρνηση.

Κανένας ιδιοκτήτης μέσου ενημέρωσης και κανένας αιρετός δεν δικαιούται ασυλία απέναντι στον νόμο. Αλλά η επίκληση της νομιμότητας δεν αρκεί όταν αμφισβητούνται η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, η αναλογικότητα των μέτρων και η ισότιμη εφαρμογή τους. Η ευρωπαϊκή κριτική, άλλωστε, έχει καταγράψει τόσο τις πιέσεις στη δικαιοσύνη όσο και τις απομακρύνσεις και αντικαταστάσεις εκλεγμένων δημάρχων.

Στην περίπτωση του Εκρέμ Ιμάμογλου χρειάζεται και μία διευκρίνιση: η εξέλιξη της 14ης Οκτωβρίου αφορά την έναρξη της απολογίας του στη μεγάλη, ήδη εξελισσόμενη δίκη για τον Δήμο Κωνσταντινούπολης· δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για έναρξη νέας δίκης εκείνη την ημέρα. Η Human Rights Watch έχει προηγουμένως χαρακτηρίσει τις κατηγορίες πολιτικά υποκινούμενες και έχει καταγγείλει περιορισμούς στην πρόσβαση δημοσιογράφων και κοινού στις ακροάσεις.

Το πολιτικό νόημα αυτών των εξελίξεων υπερβαίνει τις επιμέρους υποθέσεις. Όταν οι αντίπαλοι της εξουσίας αντιμετωπίζουν διαρκή δικαστική πίεση, όταν εκλεγμένοι δήμαρχοι απομακρύνονται και όταν τα μέσα που καλύπτουν αυτές τις υποθέσεις χάνουν την ανεξαρτησία τους, διαμορφώνεται ένας μηχανισμός περιορισμού του πολιτικού ανταγωνισμού. Οι εκλογές μπορεί να εξακολουθούν να διεξάγονται, αλλά οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες διεξάγονται γίνονται ολοένα πιο άνισες.

Γι’ αυτό ο χαρακτηρισμός «αυταρχικό καθεστώς» είναι ουσιαστικός και τεκμηριώσιμος. Ο όρος «φασιστικό» απαιτεί μεγαλύτερη ιστορική και εννοιολογική προσοχή. Η καταστολή, ο εθνικισμός, η προσωποποίηση της εξουσίας και η αντιμετώπιση των αντιπάλων ως εχθρών μπορούν να θυμίζουν πρακτικές φασιστικών καθεστώτων. Ωστόσο, για τη σημερινή Τουρκία, η περιγραφή μιας αυταρχικής εξουσίας που διατηρεί εκλογικούς θεσμούς ενώ υπονομεύει την ισοτιμία του ανταγωνισμού αποδίδει ακριβέστερα το πρόβλημα. Η ακρίβεια ενισχύει την κριτική.

Γιατί, λοιπόν, οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να συνομιλούν με τον Ερντογάν; Καταρχάς, επειδή η γεωγραφία δεν καταργείται με μια πολιτική καταδίκη. Η Τουρκία επηρεάζει την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας, τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τις μεταναστευτικές διαδρομές και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι επίσης μέλος του ΝΑΤΟ. Η επίσημη ευρωπαϊκή ατζέντα εξακολουθεί να τη συνδέει με τη συνεργασία στην ασφάλεια, στη μετανάστευση και στην οικονομία.

Το μεταναστευτικό αποτελεί ιδιαίτερα ισχυρό παράγοντα. Η συνεργασία βάσει της δήλωσης ΕΕ–Τουρκίας του 2016 παραμένει βασικό πλαίσιο των σχέσεων. Από αυτό προκύπτει μια πολιτική εξάρτηση: κυβερνήσεις που φοβούνται το εσωτερικό κόστος μιας αύξησης των αφίξεων έχουν κίνητρο να αποφεύγουν τη σύγκρουση με την Άγκυρα. Πρόκειται για πολιτική εκτίμηση, αλλά εξηγεί γιατί η προστασία των συνόρων συχνά αποκτά μεγαλύτερο πρακτικό βάρος από την προστασία των ελευθεριών στο εσωτερικό της Τουρκίας. 

Υπάρχουν επίσης οι οικονομικές σχέσεις, οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις και η τελωνειακή ένωση. Μια γενικευμένη ρήξη θα είχε κόστος και για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και για την τουρκική κοινωνία. Γι’ αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση συνδυάζει το ουσιαστικό πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τη συνέχιση της συνεργασίας σε επιλεγμένους τομείς.

Τέλος, η «Ευρώπη» δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό υποκείμενο με μία βούληση. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν διαφορετικές αρμοδιότητες και προτεραιότητες. Ακόμη και μεταξύ των κυβερνήσεων διαφέρουν οι οικονομικές εξαρτήσεις και οι εκτιμήσεις ασφαλείας. Η απόσταση ανάμεσα σε μια αυστηρή καταγγελία και σε μια δεσμευτική κοινή απόφαση μπορεί επομένως να είναι μεγάλη.

Όλα αυτά καθιστούν τον διάλογο αναγκαίο. Δεν καθιστούν αναπόφευκτη την παροχή πολιτικών και οικονομικών ανταλλαγμάτων χωρίς ουσιαστικούς όρους.

Εδώ βρίσκεται η ισχυρότερη κριτική προς την ευρωπαϊκή στάση. Η συνάντηση με έναν αυταρχικό ηγέτη αποτελεί μέρος της διπλωματίας. Η αναβάθμιση των σχέσεων, όμως, ενώ η καταστολή διευρύνεται, μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα ότι οι παραβιάσεις δεν επηρεάζουν τις σημαντικές αποφάσεις. Όταν οι καταγγελίες παραμένουν προβλέψιμες και οι συνεργασίες συνεχίζονται ανεπηρέαστες, η αποτρεπτική ισχύς της ευρωπαϊκής πολιτικής εξασθενεί.

Αυτό έχει και στρατηγικό κόστος. Η υπονόμευση των θεσμών στο εσωτερικό μιας χώρας δημιουργεί μεγαλύτερη εξάρτηση από τις προσωπικές επιλογές του ηγέτη της. Η Ευρώπη κινδυνεύει έτσι να επενδύει στη βραχυπρόθεσμη συνεννόηση με τον Ερντογάν, ενώ αποδυναμώνεται η θεσμική προβλεψιμότητα που θα εξυπηρετούσε τις μακροπρόθεσμες σχέσεις της με την Τουρκία.

Μια συνεπέστερη πολιτική θα συνέδεε κάθε νέα αναβάθμιση με συγκεκριμένα, δημόσια και επαληθεύσιμα κριτήρια: εγγυήσεις δίκαιης δίκης, προστασία της ανεξάρτητης ενημέρωσης, σεβασμό της λαϊκής εντολής στην αυτοδιοίκηση και συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Θα διατηρούσε παράλληλα ανοικτές τις σχέσεις με πανεπιστήμια, δημοσιογράφους, επαγγελματικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών. Η Τουρκία είναι πολύ ευρύτερη από την κυβέρνησή της.

Για την Ελλάδα, ειδικότερα, η ανάγκη επικοινωνίας με την Άγκυρα παραμένει πραγματική. Η αποτροπή μιας κρίσης και η υποστήριξη των δημοκρατικών ελευθεριών στην Τουρκία μπορούν να αποτελούν ταυτόχρονους στόχους. Μάλιστα, μια γειτονική χώρα με ισχυρότερους θεσμούς και μεγαλύτερη λογοδοσία θα προσέφερε ασφαλέστερες προϋποθέσεις συνεννόησης.

Στο ερώτημα για πόσο ακόμη θα τείνουν χείρα φιλίας στον Ερντογάν;, η πιθανότερη απάντηση είναι δυσάρεστη: όσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υπολογίζουν ότι το άμεσο κόστος της πίεσης υπερβαίνει το κόστος της ανοχής. Δεν υπάρχει κάποιος αυτόματος αριθμός συλλήψεων ή κάποια θέση σε έναν διεθνή δείκτη που ενεργοποιεί υποχρεωτικά την αλλαγή πολιτικής.

Αυτό ακριβώς πρέπει να αμφισβητηθεί πολιτικά. Η Ευρώπη θα συνεχίσει να συνομιλεί με την τουρκική ηγεσία. Το κριτήριο της αξιοπιστίας της είναι αν μπορεί να θέσει όρους, να τους τηρήσει και να δεχθεί το κόστος τους όταν παραβιάζονται. Διαφορετικά, η δημοκρατία θα παραμένει κεντρική στις ευρωπαϊκές διακηρύξεις και διαπραγματεύσιμη στις ευρωπαϊκές αποφάσεις.

https://www.timesnews.gr/erntogan-kai-eyropi-posi-katastoli-choraei-se-mia-stratigiki-schesi/

Η στέγη ως διεθνές κοινωνικό πρόβλημα

 Γιατί η κατοικία γίνεται δυσπρόσιτη σε πολλές χώρες, τι επιβαρύνει ιδιαίτερα την Ελλάδα και ποιες παρεμβάσεις μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση.


Το στεγαστικό πρόβλημα δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Απασχολεί πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και οικονομίες όπως ο Καναδάς, όπου η πρόσβαση στην κατοικία έχει εξελιχθεί σε μείζον κοινωνικό και πολιτικό ζήτημα. Ωστόσο, πίσω από την κοινή δυσκολία —να εξασφαλίσει κανείς αξιοπρεπή στέγη με ανεκτό κόστος— βρίσκονται διαφορετικοί συνδυασμοί αιτιών. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η ανεπαρκής προσφορά, το κόστος κατασκευής, οι περιορισμοί στην αξιοποίηση της γης και η περιορισμένη δημόσια επένδυση συνθέτουν ένα πρόβλημα που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.

Η διεθνής διάσταση δεν μειώνει την ευθύνη των εθνικών κυβερνήσεων. Δείχνει, όμως, ότι η συζήτηση χρειάζεται να ξεφύγει από τις εύκολες εξηγήσεις. Ούτε ένας παράγοντας δημιούργησε την κρίση ούτε ένα μέτρο αρκεί για να την αντιμετωπίσει.

Το πραγματικό μέτρο είναι η σχέση κόστους και εισοδήματος

Μια κατοικία δεν είναι προσιτή επειδή φαίνεται φθηνότερη από μια αντίστοιχη στο Παρίσι ή στο Άμστερνταμ. Είναι προσιτή όταν το νοικοκυριό μπορεί να πληρώνει τη στέγασή του και να καλύπτει παράλληλα τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες του.

Από αυτή την άποψη, η ελληνική θέση είναι ιδιαίτερα δυσμενής. Σύμφωνα με την έκδοση «Housing in Europe 2025» της Eurostat, με στοιχεία για το 2024, η στεγαστική δαπάνη αντιστοιχούσε κατά μέσο όρο στο 36% του διαθέσιμου εισοδήματος στην Ελλάδα, έναντι 19% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μέγεθος αφορά το συνολικό κόστος στέγασης, όχι αποκλειστικά το ενοίκιο. Επίσης, είναι μέσος όρος: δεν περιγράφει τη δαπάνη κάθε οικογένειας.

Η διάκριση έχει σημασία. Ένα νοικοκυριό που διαθέτει ιδιόκτητο σπίτι χωρίς δάνειο βρίσκεται σε διαφορετική θέση από έναν νέο εργαζόμενο που αναζητεί σήμερα διαμέρισμα. Ακόμη και μεταξύ ενοικιαστών, άλλο βάρος έχει ένα παλαιό συμβόλαιο και άλλο μια νέα μίσθωση. Η γενική εικόνα της αγοράς μπορεί επομένως να αποκρύπτει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες συγκεκριμένων ομάδων.

Γιατί η πίεση εμφανίζεται σε τόσες χώρες

Η κατοικία χρειάζεται χρόνο για να παραχθεί. Όταν η ζήτηση αυξάνεται σε μια πόλη, η προσφορά δεν μπορεί να προσαρμοστεί αμέσως. Μεσολαβούν η εξεύρεση γης, οι άδειες, η χρηματοδότηση και η κατασκευή. Οι αυξήσεις στα υλικά, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και το κόστος δανεισμού δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο αυτή την προσαρμογή.

Παράλληλα, οι στεγαστικές ανάγκες μεταβάλλονται. Μικρότερα και περισσότερα νοικοκυριά μπορούν να χρειάζονται περισσότερες κατοικίες ακόμη και χωρίς ανάλογη αύξηση του συνολικού πληθυσμού. Επιπλέον, οι άνθρωποι αναζητούν στέγη εκεί όπου βρίσκονται οι θέσεις εργασίας, τα πανεπιστήμια και οι υπηρεσίες. Συνεπώς, ένα επαρκές εθνικό απόθεμα κατοικιών δεν συνεπάγεται επάρκεια στις περιοχές όπου συγκεντρώνεται η ζήτηση.

Ο Καναδάς προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η μελέτη του ΟΟΣΑ για το 2025 συνδέει την επιδείνωση της προσιτότητας με την αδυναμία της οικοδομικής δραστηριότητας να συμβαδίσει με τη ζήτηση, αλλά και με πολιτικές που ενίσχυσαν την αγορά κατοικίας χωρίς αντίστοιχη διεύρυνση της προσφοράς. Η εμπειρία δείχνει ότι ακόμη και μια πλουσιότερη οικονομία μπορεί να βρεθεί σε σοβαρό αδιέξοδο όταν οι στεγαστικές ανάγκες και η διαθέσιμη κατοικία απομακρύνονται μεταξύ τους.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Στην Ελλάδα, το πρόβλημα επιβαρύνεται από τη συνύπαρξη υψηλού στεγαστικού κόστους και περιορισμένων εισοδημάτων. Η οικογενειακή περιουσία εξακολουθεί να προσφέρει προστασία σε πολλούς, αλλά αυτή η προστασία κατανέμεται άνισα.

Δύο εργαζόμενοι με τον ίδιο μισθό μπορούν να έχουν εντελώς διαφορετικές δυνατότητες ζωής, εάν ο ένας κατοικεί σε οικογενειακό διαμέρισμα και ο άλλος καταβάλλει μεγάλο μέρος του εισοδήματός του σε ενοίκιο. Η κατοικία γίνεται έτσι παράγοντας κοινωνικής ανισότητας ανεξάρτητα από την προσωπική προσπάθεια ή την επαγγελματική επίδοση.

Ο ΟΟΣΑ, στην έκθεσή του για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων στην Ελλάδα, καταγράφει ιδιαίτερες δυσκολίες πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση και στην προσιτή ενοικίαση. Επισημαίνει επίσης την εντατικοποίηση του ανταγωνισμού στις τουριστικές περιοχές και τη συμβολή των βραχυχρόνιων μισθώσεων και των προγραμμάτων προσέλκυσης ξένων επενδυτών στις πιέσεις της αγοράς.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ιδιοκτησία αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Σημαίνει ότι μια κοινωνία χρειάζεται αξιόπιστες στεγαστικές επιλογές και για όσους δεν διαθέτουν οικογενειακή περιουσία ή δυνατότητα αγοράς.

Τουρισμός, επενδύσεις και κλειστά σπίτια

Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν σημασία κυρίως εκεί όπου συγκεντρώνονται. Η μεταφορά διαμερισμάτων από τη μακροχρόνια κατοικία στην τουριστική χρήση μπορεί να επιβαρύνει μια συγκεκριμένη γειτονιά πολύ περισσότερο από όσο υποδηλώνει ένας εθνικός μέσος όρος. Αντίστοιχα, οι επενδυτικές αγορές έχουν διαφορετικές συνέπειες όταν χρηματοδοτούν νέες κατοικίες και διαφορετικές όταν ανταγωνίζονται τους κατοίκους για ένα περιορισμένο υπάρχον απόθεμα.

Χρειάζεται, επομένως, αξιολόγηση ανά περιοχή. Η καθολική ενοχοποίηση του τουρισμού παραβλέπει τη συνεισφορά του στην οικονομία. Η άρνηση κάθε στεγαστικής επίδρασής του παραβλέπει τις τοπικές πιέσεις που καταγράφονται και στην ελληνική περίπτωση.

Ανάλογη προσοχή απαιτεί το επιχείρημα των κλειστών κατοικιών. Ένα ακίνητο μπορεί να παραμένει ανενεργό επειδή χρειάζεται ακριβή ανακαίνιση, επειδή υπάρχουν εκκρεμότητες ή επειδή βρίσκεται μακριά από τη ζήτηση. Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η δυνατότητα αξιοποίησης του κενού αποθέματος εξαρτάται από την τοποθεσία, την κατάστασή του και τους λόγους αχρησίας. Ο αριθμός των κλειστών σπιτιών, επομένως, δεν ταυτίζεται με τον αριθμό κατοικιών που μπορούν να διατεθούν άμεσα.

Ποιες πολιτικές έχουν νόημα

Η αποτελεσματική αντιμετώπιση χρειάζεται συνδυασμό άμεσης προστασίας και σταδιακής αύξησης της προσιτής κατοικίας.

Πρώτον, η ενίσχυση των νοικοκυριών που αδυνατούν να ανταποκριθούν είναι αναγκαία. Ωστόσο, οι επιδοτήσεις ενοικίου ή αγοράς χρειάζονται προσεκτικό σχεδιασμό: όταν περισσότερα χρήματα διεκδικούν τα ίδια διαθέσιμα σπίτια, υπάρχει κίνδυνος μέρος της ενίσχυσης να απορροφηθεί από υψηλότερες τιμές. Η καναδική εμπειρία υπογραμμίζει αυτόν τον κίνδυνο στην υποστήριξη της ιδιοκατοίκησης.

Δεύτερον, απαιτείται ενεργοποίηση κατάλληλων υφιστάμενων ακινήτων. Η χρηματοδότηση ανακαινίσεων μπορεί να συνδέεται με υποχρέωση μακροχρόνιας διάθεσης σε προσιτό μίσθωμα. Δημόσιοι ή εξειδικευμένοι φορείς μπορούν επίσης να μεσολαβούν, παρέχοντας εγγυήσεις στους ιδιοκτήτες και σταθερότητα στους ενοικιαστές. Παράλληλα, χρειάζεται σταθερή χρηματοδότηση κοινωνικής και προσιτής ενοικιαζόμενης κατοικίας, με επαγγελματική διαχείριση και συντήρηση.

Τρίτον, οι κανόνες της ενοικίασης οφείλουν να συνδυάζουν ασφάλεια διαμονής, αξιοπρεπή ποιότητα και δυνατότητα συντήρησης των ακινήτων. Οι ρυθμίσεις των μισθωμάτων μπορούν να προσφέρουν προστασία, αλλά η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τον σχεδιασμό τους. Πολύ άκαμπτοι περιορισμοί ενδέχεται να αποθαρρύνουν τη διάθεση ή την αναβάθμιση κατοικιών· ανεπαρκής προστασία αφήνει τους ενοικιαστές εκτεθειμένους. Η επιλογή απαιτεί αξιολόγηση των συνεπειών και ταυτόχρονη ενίσχυση της προσφοράς. (Building for a better tomorrow: Policies to make housing more affordable)

Τέλος, η στεγαστική πολιτική χρειάζεται να συνδεθεί με τις μεταφορές, τις υποδομές και την περιφερειακή ανάπτυξη. Ένα φθηνότερο σπίτι δύσκολα αποτελεί πραγματική λύση εάν συνεπάγεται εξαντλητικές μετακινήσεις ή αποκλεισμό από βασικές υπηρεσίες.

Το ουσιαστικό κριτήριο επιτυχίας είναι συγκεκριμένο: αν ένας άνθρωπος με συνηθισμένο εισόδημα μπορεί να κατοικεί αξιοπρεπώς, σε εύλογη απόσταση από την εργασία του, χωρίς να θυσιάζει τις υπόλοιπες ανάγκες του. Η άνοδος της αξίας των ακινήτων μπορεί να ωφελεί τους κατόχους τους. Η δυνατότητα πρόσβασης στη στέγη, όμως, είναι εκείνη που δείχνει αν η ανάπτυξη βελτιώνει τη ζωή της κοινωνίας.

https://www.timesnews.gr/i-stegi-os-diethnes-koinoniko-provlima/

Μπορεί η Νέα Δημοκρατία να βρεθεί στην αντιπολίτευση;

 Η πρωτιά χωρίς αυτοδυναμία, οι φιλοδοξίες ΠΑΣΟΚ και Τσίπρα και οι προϋποθέσεις για μια κυβερνητική εναλλαγή: τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις και η αριθμητική των εδρών.



Η Νέα Δημοκρατία μπορεί να βρεθεί στην αντιπολίτευση ακόμη και αν έρθει πρώτη στις εκλογές. Όμως η απώλεια της αυτοδυναμίας δεν αρκεί: πρέπει να υπάρχει άλλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με κόμματα που συμφωνούν να κυβερνήσουν μαζί. Αυτή είναι η βασική διάκριση για να εξετάσουμε το ενδεχόμενο με πραγματικά στοιχεία.

Με βάση τις δημοσιευμένες μετρήσεις έως τις 14 Οκτωβρίου 2026, η πρωτιά της ΝΔ παραμένει σαφής, ενώ η αυτοδυναμία απέχει. Ενδεικτικά, οι ακόλουθες έρευνες δίνουν:

Εταιρεία – δημοσίευσηΝΔΚόμμα ΤσίπραΠΑΣΟΚ
MRB – 17 Σεπτεμβρίου29,0%17,4%12,4%
Metron Analysis – 24 Σεπτεμβρίου30,2%15,8%12,6%
Opinion Poll – 13 Οκτωβρίου30,3%15,9%12,3%

Πρόκειται για εκτιμήσεις ψήφου ή αναγωγές, όχι για την ακατέργαστη πρόθεση ψήφου. Ο πίνακας δεν αποτελεί δημοσκοπικό μέσο όρο και οι έρευνες δεν είναι απολύτως ταυτόχρονες. Παρ’ όλα αυτά, αποτυπώνουν παρόμοια απόσταση μεταξύ των τριών σχηματισμών.

Επομένως, οι επιδιώξεις του ΠΑΣΟΚ και του κόμματος Τσίπρα για πρωτιά είναι πολιτικοί στόχοι. Οι συγκεκριμένες μετρήσεις δεν δείχνουν ακόμη αναμέτρηση οριακής διαφοράς για την πρώτη θέση.

Για τους υπολογισμούς χρησιμοποιούμε το ισχύον σύστημα ενισχυμένης αναλογικής: στο πρώτο αυτοτελές κόμμα προβλέπονται 20 επιπλέον έδρες στο 25%, μία ακόμη για κάθε πρόσθετη μισή ποσοστιαία μονάδα και έως 50 στο 40%. Στο 30%, συνεπώς, το μπόνους είναι 30 έδρες. Η αναλογική κατανομή εξαρτάται επίσης από τις ψήφους των σχηματισμών που συμμετέχουν στην κατανομή εδρών.

Πρώτο σενάριο: η ΝΔ παραμένει πρώτη, χωρίς αυτοδυναμία, και αναζητεί κυβερνητικό εταίρο.

Η δημοσιευμένη προβολή εδρών της Opinion Poll της 13ης Οκτωβρίου δίνει ΝΔ 122, κόμμα Τσίπρα 48, ΠΑΣΟΚ 37, ΚΚΕ 21, Ελληνική Λύση 20, Πλεύση Ελευθερίας 16, Ελπίδα για τη Δημοκρατία 14 και από 11 στη Φωνή Λογικής και στη Συμμαχία Ελλήνων. Είναι προβολή της συγκεκριμένης μέτρησης, με τις παραδοχές της για τους συμμετέχοντες σχηματισμούς, όχι πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος.

Από αυτή την κατανομή προκύπτει η ακόλουθη αριθμητική:

Υποθετική συνεργασίαΆθροισμα εδρώνΑριθμητικό αποτέλεσμα
ΝΔ – ΠΑΣΟΚ159Πλειοψηφία
ΝΔ – Ελληνική Λύση142Κάτω από 151
ΝΔ – Ελληνική Λύση – Φωνή Λογικής153Πλειοψηφία
Κόμμα Τσίπρα – ΠΑΣΟΚ85Μεγάλη απόσταση από 151
Κόμμα Τσίπρα – ΠΑΣΟΚ – Πλεύση – Ελπίδα115Κάτω από 151
Οι τέσσερις προηγούμενοι μαζί με το ΚΚΕ136Παραμένουν κάτω από 151

Οι προσθέσεις είναι δικοί μου υπολογισμοί. Δεν υποδηλώνουν ότι αυτές οι συνεργασίες είναι συμφωνημένες ή πολιτικά διαθέσιμες. Δείχνουν όμως γιατί, με μια τέτοια εκλογική κατανομή, η ΝΔ θα διατηρούσε σημαντικές δυνατότητες σχηματισμού κυβέρνησης.

Δεύτερο σενάριο: η ΝΔ έρχεται πρώτη, αλλά σχηματίζεται κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή της.

Θεσμικά αυτό επιτρέπεται. Το πρώτο κόμμα προηγείται στη διαδικασία των διερευνητικών εντολών, αλλά δεν έχει αποκλειστικό δικαίωμα στη διακυβέρνηση. Εάν αποτύχει, μπορούν να σχηματίσουν κυβέρνηση άλλες δυνάμεις που εξασφαλίζουν την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Το εμπόδιο εδώ είναι κυρίως αριθμητικό και πολιτικό. Το σύνολο των εδρών εκτός ΝΔ δεν αποτελεί ενιαία κυβερνητική παράταξη. Η κοινή αντίθεση στην κυβέρνηση δεν εξασφαλίζει συμφωνία για οικονομία, εξωτερική πολιτική, θεσμούς και πρωθυπουργό.

Για να δούμε τι αλλαγή θα απαιτούνταν, ας χρησιμοποιήσουμε ρητά υποθετικά εκλογικά αποτελέσματα, με κοινή παραδοχή ότι το 10% των έγκυρων ψήφων μένει εκτός Βουλής. Οι έδρες είναι προσεγγιστικές· η τελική κατανομή εξαρτάται και από τα υπόλοιπα κάθε κόμματος.

Υποθετικό αποτέλεσμαΈδρες πρώτου κόμματοςΈδρες ενδεχόμενης συνεργασίας χωρίς ΝΔ
ΝΔ 30%, Τσίπρας 16%, ΠΑΣΟΚ 13%, άλλοι δυνητικοί εταίροι 9%ΝΔ ≈120≈114
ΝΔ 27%, Τσίπρας 24%, ΠΑΣΟΚ 18%, άλλοι δυνητικοί εταίροι 10%ΝΔ ≈107≈159
ΠΑΣΟΚ 30%, ΝΔ 28%, Τσίπρας 16%, άλλοι δυνητικοί εταίροι 6%ΠΑΣΟΚ ≈120≈156
Τσίπρας 30%, ΝΔ 28%, ΠΑΣΟΚ 16%, άλλοι δυνητικοί εταίροι 6%Τσίπρας ≈120≈156

Τα υπόλοιπα ποσοστά συμπληρώνονται από άλλους κοινοβουλευτικούς σχηματισμούς, εκτός της εξεταζόμενης συνεργασίας.

Η δεύτερη γραμμή είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική: η ΝΔ μπορεί να μείνει πρώτη και να περάσει στην αντιπολίτευση, αλλά χρειάζεται πολύ ισχυρότερη συγκέντρωση ψήφων σε δυνάμεις που μπορούν να συνεργαστούν. Μια μικρή κυβερνητική υποχώρηση δεν αρκεί, αν οι απώλειες διασκορπιστούν σε ασύμβατους μεταξύ τους σχηματισμούς.

Τρίτο σενάριο: το ΠΑΣΟΚ κερδίζει την πρώτη θέση.

Θα απαιτούσε μεγάλη μεταβολή σε σχέση με τις παραπάνω μετρήσεις. Για παράδειγμα, η μετακίνηση από το 12% περίπου στο 30% θα χρειαζόταν εισροές από περισσότερες πλευρές: κυβερνητικούς ψηφοφόρους, άλλες αντιπολιτευτικές δυνάμεις και πολίτες που σήμερα δεν έχουν αποφασίσει.

Το κρίσιμο είναι από πού θα προέρχονταν αυτά τα κέρδη. Αν το ΠΑΣΟΚ ενισχυόταν κυρίως εις βάρος του κόμματος Τσίπρα, θα άλλαζε η εσωτερική κατάταξη της αντιπολίτευσης, χωρίς αντίστοιχη αύξηση της συνολικής κυβερνητικής της δυνατότητας. Αν κέρδιζε κυρίως από τη ΝΔ, θα άλλαζαν ταυτόχρονα και η πρωτιά και η αριθμητική των συνεργασιών.

Τέταρτο σενάριο: το κόμμα Τσίπρα κερδίζει την πρώτη θέση.

Ισχύει η ίδια λογική. Η συγκέντρωση ψήφων από συγγενείς πολιτικούς χώρους μπορεί να δημιουργήσει ισχυρότερο δεύτερο κόμμα. Για την πρωτιά, όμως, χρειάζεται ευρύτερη διείσδυση.

Η σημασία της πρώτης θέσης είναι μεγάλη λόγω του μπόνους. Στα δύο τελευταία υποθετικά παραδείγματα, το πρώτο κόμμα στο 30% έχει περίπου 120 έδρες, ενώ η ΝΔ στο 28%, ως δεύτερη, περίπου 84. Έτσι, η αλλαγή πρωτιάς μπορεί να μεταβάλει δραστικά τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, ακόμη και με μικρή διαφορά ποσοστών.

Πέμπτο σενάριο: κυβέρνηση μειοψηφίας ή επαναληπτικές εκλογές.

Οι 151 έδρες αποτελούν ασφαλή βάση πλειοψηφίας, αλλά δεν είναι ο μόνος θεσμικός δρόμος. Το Σύνταγμα απαιτεί για ψήφο εμπιστοσύνης την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, με ελάχιστο τις 120 θετικές ψήφους. Συνεπώς, κυβέρνηση μειοψηφίας μπορεί να υπάρξει με κατάλληλη κοινοβουλευτική στήριξη ή απουσίες. Δεν αρκεί απλώς κάποια κόμματα να δηλώσουν «ανοχή»: πρέπει να προκύπτει η απαιτούμενη πλειοψηφία στην ψηφοφορία.

Αν δεν επιτευχθεί βιώσιμη συμφωνία, η συνταγματική διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε υπηρεσιακή κυβέρνηση και νέες εκλογές. Οι δεύτερες εκλογές, ωστόσο, δεν εγγυώνται αυτοδυναμία· το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τις μετακινήσεις ψηφοφόρων.

Η εκτίμησή μου από αυτά τα στοιχεία είναι ότι η απώλεια αυτοδυναμίας αποτελεί πολύ πιο άμεσα θεμελιωμένο ενδεχόμενο από την απώλεια της διακυβέρνησης. Για να βρεθεί η ΝΔ στην αντιπολίτευση χρειάζεται είτε αλλαγή πρώτης θέσης είτε ουσιαστική ενίσχυση ενός συνεργάσιμου αντιπολιτευτικού συνόλου είτε συγκεκριμένη συμφωνία κοινοβουλευτικής στήριξης.

Αυτό που αξίζει να παρακολουθούμε στις επόμενες μετρήσεις είναι αν η απόσταση μειώνεται επίμονα στις ίδιες εταιρείες, αν οι κυβερνητικές απώλειες συγκεντρώνονται σε έναν διεκδικητή και αν οι πιθανές συνεργασίες αποκτούν σαφές πρόγραμμα και αξιόπιστη πολιτική βάση. Εκεί θα φανεί αν η επιδίωξη της εναλλαγής μετατρέπεται σε πραγματική δυνατότητα.

 

https://www.timesnews.gr/mporei-i-nea-dimokratia-na-vrethei-stin-antipoliteysi/

Πρόσωπα, προγράμματα και η κάλπη της δυσπιστίας

 Πώς διαμορφώνεται η εκλογική επιλογή και τι αποκαλύπτει ο κομματικός κατακερματισμός για την πολιτική εκπροσώπηση, την εμπιστοσύνη και τη δυνατότητα διακυβέρνησης.



Οι πολίτες ψηφίζουν και προγράμματα και πρόσωπα, αλλά η σχέση ανάμεσα στα δύο περνά μέσα από ένα τρίτο στοιχείο: την εμπιστοσύνη. Ένα πρόγραμμα δύσκολα πείθει όταν εκείνος που το παρουσιάζει δεν θεωρείται αξιόπιστος. Και ένα δημοφιλές πρόσωπο μπορεί να κερδίσει την προσοχή ή ακόμη και τις εκλογές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει συνεκτικό σχέδιο διακυβέρνησης.

Αντίστοιχα, ο κομματικός κατακερματισμός μπορεί να εκφράζει περισσότερες κοινωνικές φωνές, αλλά μπορεί επίσης να αποκαλύπτει την αδυναμία των κομμάτων να μετατρέψουν τις διαφορετικές διεκδικήσεις σε κοινή πολιτική πρόταση.

Η ψήφος ως σύνθετη απόφαση

Το ερώτημα «προγράμματα ή πρόσωπα;» περιγράφει μια πραγματική ένταση, αλλά γίνεται παραπλανητικό όταν αντιμετωπίζεται ως απόλυτο δίλημμα. Ο ψηφοφόρος συνήθως αποφασίζει συνδυάζοντας αρκετά κριτήρια: τις πολιτικές θέσεις, την κοινωνική και ιδεολογική του ταυτότητα, την αξιολόγηση της προηγούμενης κυβερνητικής θητείας, την εικόνα των υποψηφίων και την επιθυμία να αποτρέψει μια ανεπιθύμητη εξέλιξη.

Κάποιος μπορεί να συμφωνεί με τις προτάσεις ενός κόμματος, αλλά να αμφιβάλλει για την ικανότητά του να τις εφαρμόσει. Άλλος μπορεί να διαφωνεί σε επιμέρους ζητήματα, αλλά να εμπιστεύεται περισσότερο τον αρχηγό του. Ένας τρίτος μπορεί να ψηφίζει κυρίως για να απομακρυνθεί η κυβέρνηση ή για να μη νικήσει ένας συγκεκριμένος αντίπαλος.

Αυτό σημαίνει ότι η ψήφος δεν αποτελεί πάντοτε συνολική επιδοκιμασία. Μπορεί να είναι επιλογή ανάγκης, ψήφος διαμαρτυρίας, προσδοκία βελτίωσης ή αναζήτηση ασφάλειας. Η εκλογική νίκη, επομένως, δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αποδοχή κάθε προγραμματικής εξαγγελίας.

Υπάρχουν, πάντως, στοιχεία που δείχνουν ότι οι πολιτικές προτάσεις εξακολουθούν να έχουν βάρος. Στη μετεκλογική έρευνα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις ευρωεκλογές του 2024, το 47% των ψηφοφόρων στην ΕΕ ανέφερε ως λόγο επιλογής κόμματος τις προτάσεις του για ευρωπαϊκά ζητήματα. Στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 39%, ενώ 52% ανέφερε ότι επέλεξε το κόμμα που ψηφίζει συνήθως. Οι απαντήσεις αυτές αφορούν συγκεκριμένη αναμέτρηση και δεν αποτελούν αποκλειστικές κατηγορίες ψηφοφόρων. Δείχνουν, ωστόσο, ότι η προγραμματική συμφωνία συνυπάρχει με την κομματική συνήθεια και ταύτιση.

Γιατί αποκτούν τόσο μεγάλη σημασία τα πρόσωπα

Η αξιολόγηση ενός προσώπου μπορεί να λειτουργεί ως πρακτικός τρόπος εκτίμησης μιας πολιτικής πρότασης. Οι περισσότεροι πολίτες δεν διαθέτουν τον χρόνο ή την ειδική γνώση για να εξετάσουν λεπτομερώς όλες τις εξαγγελίες. Αναζητούν, επομένως, ενδείξεις: έχει συνέπεια αυτός που μιλά; Αναλαμβάνει ευθύνες; Επιλέγει ικανά στελέχη; Αντιλαμβάνεται την καθημερινότητά τους; Πώς συμπεριφέρεται όταν βρίσκεται υπό πίεση;

Αυτές είναι ουσιαστικές πολιτικές κρίσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αξιολόγηση της ηγεσίας περιορίζεται στην επικοινωνιακή επίδοση: στην ευχέρεια της ατάκας, στη σκηνοθετημένη οικειότητα ή στην ικανότητα πρόκλησης εντυπώσεων.

Η τηλεόραση και τα κοινωνικά δίκτυα ευνοούν περιεχόμενο που αναγνωρίζεται γρήγορα. Ένα πρόσωπο, μια σύγκρουση ή ένα σύνθημα προβάλλονται ευκολότερα από μια σύνθετη πρόταση για τη φορολογία, την υγεία ή την παραγωγική ανασυγκρότηση. Δημιουργείται έτσι ένα περιβάλλον στο οποίο η προσωπική εικόνα μπορεί να επισκιάσει τις προτεραιότητες, το κόστος και τις συνέπειες των πολιτικών επιλογών.

Όταν μάλιστα ένα κόμμα ταυτίζεται υπερβολικά με τον αρχηγό του, δυσκολεύεται να διαχειριστεί την αποτυχία ή τη διαδοχή. Η αμφισβήτηση της ηγεσίας μπορεί να μετατραπεί σε κρίση ύπαρξης ολόκληρου του οργανισμού.

Τι ακριβώς σημαίνει κομματικός κατακερματισμός

Χρειάζεται εδώ μια διευκρίνιση: ο κατακερματισμός δεν αυξάνεται αναγκαστικά μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση. Υπάρχουν περίοδοι διασποράς και περίοδοι συγκέντρωσης της ψήφου.

Επίσης, διαφορετικά φαινόμενα συχνά περιγράφονται με την ίδια λέξη: η είσοδος περισσότερων κομμάτων στη Βουλή, η κατανομή των ψήφων σε περισσότερους σχηματισμούς και οι διασπάσεις που συμβαίνουν μετά τις εκλογές. Μια μετεκλογική διάσπαση μεταβάλλει την κοινοβουλευτική εικόνα, χωρίς να αποδεικνύει ότι οι ψηφοφόροι έχουν ήδη ακολουθήσει τους αποχωρήσαντες.

Σημασία έχει και το σχετικό μέγεθος των κομμάτων. Ένα σύστημα με πολλά μικρά κόμματα και έναν κυρίαρχο πόλο λειτουργεί διαφορετικά από ένα σύστημα στο οποίο αρκετές δυνάμεις διαθέτουν παρόμοια εκλογική ισχύ. Ο αριθμός των κομμάτων, από μόνος του, δεν αρκεί για να περιγράψει ούτε τον ανταγωνισμό ούτε τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.

Οι κοινωνικές και πολιτικές αιτίες

Μια βασική εξήγηση είναι ότι οι κοινωνίες περιλαμβάνουν διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες ανάγκες. Η διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς εξακολουθεί να έχει περιεχόμενο, αλλά διασταυρώνεται με άλλες αντιθέσεις: γύρω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, τη μετανάστευση, το περιβάλλον, τα δικαιώματα, την ασφάλεια και τη σχέση κέντρου και περιφέρειας.

Τα μεγάλα κόμματα καλούνται να συνθέσουν αυτές τις διαφορές. Όταν αδυνατούν, δημιουργείται χώρος για νέους σχηματισμούς.

Μια δεύτερη εξήγηση είναι η απογοήτευση από την αντιπροσώπευση. Ο πολίτης που θεωρεί ότι κανείς δεν τον ακούει μπορεί να στραφεί σε μικρότερο κόμμα, να αλλάζει συχνά επιλογή ή να απομακρυνθεί από την κάλπη. Η έκθεση του ΟΟΣΑ για την εμπιστοσύνη στους δημόσιους θεσμούς, που δημοσιεύθηκε το 2026, καταγράφει στις συμμετέχουσες χώρες ένα χαρακτηριστικό χάσμα: 68% θεωρεί ότι η ψήφος επηρεάζει τις κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά μόνο 31% αισθάνεται ότι άνθρωποι σαν τους ίδιους έχουν λόγο σε αυτές. Το εύρημα δεν αποδεικνύει ότι η δυσπιστία προκαλεί κατακερματισμό· φωτίζει, όμως, το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί.

Υπάρχει, τέλος, η εσωτερική λειτουργία των κομμάτων. Μια εκλογική ήττα ανοίγει συνήθως τη συζήτηση για την ηγεσία, τη στρατηγική και την πολιτική ταυτότητα. Όταν υπάρχουν αποδεκτοί κανόνες και ουσιαστικές συλλογικές διαδικασίες, η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε ανανέωση. Όταν απουσιάζουν, η αποχώρηση και η ίδρυση νέου φορέα γίνονται ευκολότερη διέξοδος.

Δεν πρέπει, ωστόσο, κάθε διάσπαση να αποδίδεται σε προσωπική φιλοδοξία. Ορισμένες εκφράζουν πραγματικές πολιτικές διαφωνίες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο νέος σχηματισμός παρουσιάζει διακριτή πρόταση και αποκτά κοινωνική βάση.

Πλουραλισμός, συνεργασίες και κυβερνησιμότητα

Η παρουσία πολλών κομμάτων δεν αποτελεί από μόνη της δημοκρατική παθολογία. Μπορεί να διευρύνει την εκπροσώπηση και να αναδείξει ζητήματα που παραμερίζονταν. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας μπορούν επίσης να στηρίζονται σε σαφείς συμφωνίες και σταθερές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

Οι δυσκολίες μεγαλώνουν όταν οι κομματικές διαφορές δεν συνοδεύονται από δυνατότητα συνεννόησης, όταν οι δεσμεύσεις παραμένουν ασαφείς ή όταν κάθε συμβιβασμός καταγγέλλεται ως προδοσία. Τότε η πολυφωνία δυσκολεύεται να παραγάγει αποφάσεις.

Ο κατακερματισμός μπορεί ακόμη να έχει ένα φαινομενικά παράδοξο αποτέλεσμα: να ενισχύει την κυριαρχία του μεγαλύτερου κόμματος, εφόσον οι αντίπαλοί του παραμένουν διασπασμένοι και αδυνατούν να συγκροτήσουν πειστική εναλλακτική. Αυτό εξαρτάται από την κατανομή των ψήφων, το εκλογικό σύστημα και τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η ουσία, επομένως, βρίσκεται στη σύνδεση προσώπων, προγραμμάτων και συλλογικής ευθύνης. Οι πολίτες δικαιολογημένα αξιολογούν ποιος ζητά να κυβερνήσει. Χρειάζονται όμως και τη δυνατότητα να κρίνουν τι προτείνει, με ποιους θα το εφαρμόσει και πώς θα λογοδοτήσει. Και τα κόμματα χρειάζεται να αποδεικνύουν ότι μπορούν να εκπροσωπούν διαφορετικές κοινωνικές ανάγκες και να τις συνθέτουν σε εφαρμόσιμες αποφάσεις. Εκεί κρίνεται αν η εκλογική επιλογή μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή σχέση δημοκρατικής εμπιστοσύνης.

https://www.timesnews.gr/prosopa-programmata-kai-i-kalpi-tis-dyspistias/

Ευρωσκεπτικισμός και ακροδεξιά: πόσο ευάλωτη είναι η Ελλάδα;

 Η κοινωνική ανασφάλεια και η κρίση εμπιστοσύνης ενισχύουν τον κίνδυνο μιας εθνικιστικής στροφής, χωρίς να προδικάζουν την πορεία της χώρας.



Πάντα υπάρχει περίπτωση να έχουμε ενδυνάμωση του ευρωσκεπτικισμού στην Ελλάδα και ν’ ακολουθήσουμε το δρόμο άλλων ευρωπαϊκών κρατών (Γερμανία, Γαλλία κ.ά.) όπου η ακροδεξιά απειλεί τις κατεστημένες αξίες και το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Είναι πραγματική η πιθανότητα να ενισχυθεί ο ευρωσκεπτικισμός στην Ελλάδα και να ωφεληθεί πολιτικά η ακροδεξιά. Δεν θεωρώ, όμως, αναπόφευκτο ότι θα ακολουθήσουμε την πορεία της Γαλλίας ή της Γερμανίας. Η εξέλιξη θα εξαρτηθεί από το πώς θα εκφραστεί η κοινωνική δυσαρέσκεια και από το ποιος θα καταφέρει να της δώσει πειστική πολιτική διέξοδο.

Πρώτα χρειάζεται μια διάκριση: η κριτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η επιθυμία αποχώρησης από αυτήν και η ακροδεξιά πολιτική τοποθέτηση είναι διαφορετικά πράγματα. Ένας πολίτης μπορεί να απορρίπτει τη λιτότητα, να θεωρεί ανεπαρκή την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική ή να καταγγέλλει δημοκρατικά ελλείμματα, παραμένοντας υπέρ της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Η δυσαρέσκεια γίνεται πρόσφορη για την ακροδεξιά όταν συνδέεται με την ιδέα ότι για όλα ευθύνονται οι «ξένοι», οι μετανάστες, οι μειονότητες ή κάποιοι υποτιθέμενοι εσωτερικοί εχθροί.

Στην Ελλάδα υπάρχει ήδη έδαφος δυσπιστίας. Δημοσίευμα της Καθημερινής τον Μάιο του 2026, επικαλούμενο ευρωπαϊκή έρευνα, ανέφερε ότι το 61% των Ελλήνων ερωτώμενων τείνει να μην εμπιστεύεται την ΕΕ. Αυτό είναι σοβαρή ένδειξη απογοήτευσης, αλλά δεν αποτελεί μέτρηση υποστήριξης στην έξοδο από την Ένωση.

Παράλληλα, η έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2026, με δεδομένα του 2025, καταγράφει υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην ελληνική κυβέρνηση μόλις στο 24% και στα πολιτικά κόμματα στο 15%. Αυτή η ευρύτερη κρίση εμπιστοσύνης μπορεί, κατά την εκτίμησή μου, να διευκολύνει δυνάμεις που υπόσχονται συνολική ανατροπή του πολιτικού συστήματος.

Το κρίσιμο σημείο είναι η σύνδεση της καθημερινής εμπειρίας με την ευρωπαϊκή ιδέα. Όταν ο πολίτης δυσκολεύεται να πληρώσει το ενοίκιο, βλέπει περιορισμένες προοπτικές για τα παιδιά του και αισθάνεται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς εκείνον, οι αναφορές στην ανάπτυξη ή στα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν αρκούν. Αν η Ευρώπη εμφανίζεται στη συνείδησή του κυρίως ως μηχανισμός κανόνων και περιορισμών, ενώ η προστασία που προσφέρει παραμένει δυσδιάκριτη, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε απόρριψη.

Ωστόσο, η οικονομική δυσκολία δεν οδηγεί αυτόματα στην ακροδεξιά. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται πολιτική οργάνωση που θα μετατρέψει την ανασφάλεια σε εθνικιστική κινητοποίηση: θα προσφέρει απλές εξηγήσεις, θα ορίσει ενόχους και θα παρουσιάσει την αυταρχική διακυβέρνηση ως αποκατάσταση της τάξης. Μεγάλη σημασία έχει και η στάση των καθιερωμένων κομμάτων. Όταν υιοθετούν τέτοιες ερμηνείες για να συγκρατήσουν ψηφοφόρους, μπορούν να κάνουν περισσότερο αποδεκτή την ατζέντα των ανταγωνιστών τους.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει επίσης ότι η αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δεν απαιτεί πάντοτε αίτημα αποχώρησης. Μπορεί να εκφραστεί ως προσπάθεια περιορισμού των κοινών θεσμών και επιστροφής εξουσιών στα κράτη. Πρόσφατο ρεπορτάζ του Reuters για έγγραφο στρατηγικής της AfD περιγράφει ακριβώς μια συζήτηση για μετατροπή της ΕΕ σε χαλαρότερη ένωση κυρίαρχων κρατών, με δημοψήφισμα για την παραμονή αν η επαναδιαπραγμάτευση αποτύχει. Πρόκειται για εξεταζόμενη στρατηγική, όχι για ήδη εφαρμοσμένη αλλαγή.

Για την Ελλάδα, η δική μου εκτίμηση είναι ότι ο πιο άμεσος κίνδυνος είναι η αύξηση της επιρροής της ακροδεξιάς στον δημόσιο λόγο και στις κυβερνητικές επιλογές, περισσότερο από μια άμεση πλειοψηφική στροφή προς την έξοδο από την ΕΕ. Ακόμη και χωρίς να αναλάβει την κυβέρνηση, μπορεί να επηρεάσει τη μεταναστευτική πολιτική, τη στάση απέναντι στις μειονότητες και την αποδοχή περιορισμών στα δικαιώματα.

Εδώ θα διευκρίνιζα και τη φράση «κατεστημένες αξίες». Η αμφισβήτηση των καθιερωμένων πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων είναι θεμιτή και συχνά απαραίτητη. Η απειλή αρχίζει όταν αμφισβητούνται η ισονομία, ο πλουραλισμός, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η ελευθερία του Τύπου και τα δικαιώματα όσων διαφέρουν από την πλειοψηφία.

Επομένως, ο κίνδυνος υπάρχει, αλλά η έκβασή του παραμένει ανοιχτή. Θα κριθεί από το αν οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις μπορούν να αντιμετωπίσουν πειστικά την κοινωνική ανασφάλεια και την αίσθηση αδικίας. Η υπεράσπιση της Ευρώπης χρειάζεται να περιλαμβάνει την αλλαγή όσων απογοητεύουν τους πολίτες της· διαφορετικά, η επίκληση των ευρωπαϊκών αξιών θα έχει ολοένα μικρότερη δύναμη.

https://www.timesnews.gr/eyroskeptikismos-kai-akrodexia-poso-eyaloti-einai-i-ellada/


Monday, October 5, 2026

Γαλλία–Τουρκία: τα όρια της συμμαχίας και η ελληνική ασφάλεια

 Η προσέγγιση Παρισιού και Άγκυρας απαιτεί επαγρύπνηση και σαφείς απαντήσεις, χωρίς να αποδεικνύει από μόνη της εγκατάλειψη της Ελλάδας.



Η ανησυχία που προκαλεί η γαλλοτουρκική αμυντική προσέγγιση είναι εύλογη (“Γαλλία και Τουρκία ενισχύουν την αμυντική τους συνεργασία”). Όταν μια χώρα με την οποία η Ελλάδα έχει αναπτύξει ιδιαίτερα στενή στρατηγική σχέση ενισχύει τη συνεργασία της με την Τουρκία, η εξέλιξη χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση. Ωστόσο, από τη συνεργασία Παρισιού–Άγκυρας δεν προκύπτει αυτομάτως ότι η Γαλλία ακυρώνει τις δεσμεύσεις της προς την Ελλάδα. Προκύπτει, όμως, ότι οι ελληνικές προσδοκίες πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένες συμφωνίες, επιχειρησιακή προετοιμασία και διαρκή διπλωματική εργασία.

Πρώτα χρειάζεται μια ουσιαστική διευκρίνιση για την ίδια την είδηση. Η υπογραφή Οδικού Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας ανακοινώθηκε για το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026, από το τουρκικό υπουργείο Άμυνας και μεταδόθηκε από το Anadolu. Πρόκειται για εξέλιξη που αφορά την ενίσχυση του αμυντικού διαλόγου και της συνεργασίας. Η δημοσιοποιημένη περιγραφή, όμως, δεν τεκμηριώνει από μόνη της συγκεκριμένη σύμβαση αγοράς του SAMP/T.

Επίσης, το δημοσίευμα του Reuters που επικαλείται πέντε πηγές είναι της 6ης Ιουλίου 2026 ("Exclusive-France softens stance on Turkey SAMP/T air defence sale, sources say") Αφορούσε μεγαλύτερη γαλλική προθυμία να συζητηθεί μια πιθανή πώληση, με τις διαπραγματεύσεις ακόμη σε αρχικό στάδιο. Στις 8 Ιουλίου, ο Μακρόν επιβεβαίωσε ότι συνεχιζόταν τεχνική εργασία με την Ιταλία και την Τουρκία για ενδεχόμενη εξαγωγή. Συνεπώς, τα στοιχεία που ελέγχθηκαν δείχνουν πρόοδο στην προσέγγιση, αλλά δεν αρκούν για να παρουσιάσουμε την πώληση ως ολοκληρωμένη.

Η διάκριση έχει σημασία: άλλο ο πολιτικός διάλογος, άλλο η έγκριση εξαγωγής, άλλο η υπογεγραμμένη σύμβαση και άλλο η παράδοση ενός συστήματος σε επιχειρησιακή λειτουργία.

Η θέση ότι «τα κράτη έχουν συμφέροντα και όχι φιλίες» περιέχει μια βασική αλήθεια, αλλά χρειάζεται συμπλήρωση. Οι σταθερές συμμαχίες είναι και αυτές συμφέρον. Η αξιοπιστία, η τήρηση των δεσμεύσεων και η εμπιστοσύνη των εταίρων έχουν στρατηγική αξία. Μια χώρα που εγκαταλείπει εύκολα τις υποχρεώσεις της δυσκολεύεται να οικοδομήσει συνεργασίες στο μέλλον.

Επομένως, το γαλλικό συμφέρον δεν εξαντλείται στην πώληση οπλικών συστημάτων. Περιλαμβάνει και τη διατήρηση της αξιοπιστίας της Γαλλίας ως ευρωπαϊκής δύναμης, την ασφάλεια της Μεσογείου και τη σχέση της με την Ελλάδα. Τα συμφέροντα αυτά μπορούν, ωστόσο, να συνυπάρχουν με την επιδίωξη συνεργασίας με την Τουρκία.

Η πιθανότερη στρατηγική ερμηνεία –και εδώ μιλάμε για εκτίμηση– είναι ότι το Παρίσι επιδιώκει να διατηρεί επιρροή και στις δύο πλευρές. Η Τουρκία έχει βάρος στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή και στο ΝΑΤΟ, ενώ μια αμυντική συνεργασία δημιουργεί οικονομικούς και τεχνολογικούς δεσμούς. Από τη γαλλική οπτική, η προσέγγιση μπορεί να θεωρείται τρόπος επηρεασμού της Άγκυρας. Από την ελληνική οπτική, όμως, μπορεί να ενισχύει έναν δυνητικό αντίπαλο. Αυτή η διαφορά οπτικής είναι πραγματική και δεν λύνεται με διαβεβαιώσεις περί φιλίας.

Παράλληλα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τα αντίθετα στοιχεία. Στις 25 Απριλίου 2026, το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας ανακοίνωσε την υπογραφή ανανέωσης της ελληνογαλλικής στρατηγικής συμφωνίας. Αυτό αποτελεί συγκεκριμένη ένδειξη συνέχισης της συνεργασίας και πρέπει να συνεκτιμηθεί μαζί με τη γαλλοτουρκική προσέγγιση.

Το δημοσιευμένο κείμενο της συμφωνίας του 2021 προβλέπει στο άρθρο 2 αμοιβαία βοήθεια με όλα τα κατάλληλα διαθέσιμα μέσα, ακόμη και με ένοπλη δύναμη εφόσον χρειαστεί, όταν οι δύο πλευρές διαπιστώσουν από κοινού ένοπλη επίθεση εναντίον του εδάφους της μίας. Πρόκειται για σοβαρή δέσμευση. Η διατύπωση δεν εξαιρεί επιτιθέμενο λόγω συμμετοχής του στο ΝΑΤΟ. Περιλαμβάνει, όμως, προϋποθέσεις: ένοπλη επίθεση, εδαφικό πεδίο εφαρμογής και κοινή διαπίστωση.

Γι’ αυτό η γενική φράση «η Γαλλία θα είναι κοντά μας σε μια σύρραξη» χρειάζεται ακρίβεια. Μια επίθεση κατά ελληνικού νησιού, μια σύγκρουση πλοίων και μια κρίση γύρω από έρευνες σε θαλάσσια περιοχή δεν αποτελούν ταυτόσημα περιστατικά. Η ΑΟΖ αφορά κυριαρχικά δικαιώματα και δεν ταυτίζεται με κρατικό έδαφος. Δεν μπορούμε, επομένως, να θεωρούμε ότι κάθε ελληνοτουρκική ένταση ενεργοποιεί αυτομάτως την ίδια στρατιωτική αντίδραση.

Αυτό δεν καθιστά τη συμφωνία άνευ αξίας. Δείχνει γιατί απαιτούνται εκ των προτέρων συνεννοήσεις για συγκεκριμένα σενάρια. Η αξία μιας ρήτρας ενισχύεται όταν συνοδεύεται από κοινό σχεδιασμό, ασκήσεις, διαύλους επικοινωνίας και δυνατότητα γρήγορης εφαρμογής.

Εξίσου προσεκτικά πρέπει να αξιολογηθεί το SAMP/T. Είναι σύστημα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας. Η κατασκευάστρια κοινοπραξία παρουσιάζει τη νέα γενιά του ως μέσο προστασίας δυνάμεων και κρίσιμων εγκαταστάσεων, με δυνατότητες αντιμετώπισης αεροσκαφών και πυραυλικών απειλών.

Ο αμυντικός χαρακτήρας του δεν σημαίνει ότι είναι στρατηγικά αδιάφορο για την Ελλάδα. Η αποτελεσματικότερη προστασία στρατιωτικών εγκαταστάσεων μπορεί να αυξήσει την ελευθερία δράσης μιας χώρας και σε μια επιθετική επιχείρηση. Αυτή είναι επιχειρησιακή εκτίμηση, όχι απόδειξη τουρκικού σχεδιασμού. Αν υπάρξει προμήθεια, η επίδρασή της θα εξαρτηθεί από την έκδοση, τις ποσότητες, την ανάπτυξη, τη δικτύωση, την εκπαίδευση και ενδεχόμενη μεταφορά τεχνολογίας. Ο τίτλος μιας συμφωνίας δεν αρκεί για να υπολογιστεί η μεταβολή του στρατιωτικού συσχετισμού.

Για την Αθήνα, η ψύχραιμη αντίδραση έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο:

  • Να ζητήσει ενημέρωση για το εύρος του Οδικού Χάρτη και την πραγματική πορεία των συζητήσεων για το SAMP/T.
  • Να θέσει στο Παρίσι τις επιπτώσεις που θα είχε μια προμήθεια ή συμπαραγωγή στην ελληνική ασφάλεια.
  • Να επιδιώξει σαφέστερη επιχειρησιακή εφαρμογή της ελληνογαλλικής συνεργασίας σε ενδεχόμενη κρίση.
  • Να ενισχύει τη δική της αποτρεπτική ικανότητα, τη συντήρηση, τα αποθέματα και την αμυντική παραγωγή, χωρίς κάθε νέα εξέλιξη να μεταφράζεται μηχανικά σε πρόσθετες αγορές.
  • Να διατηρεί πολλαπλές συνεργασίες και τον διάλογο με την Τουρκία, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος λανθασμένου υπολογισμού.

Πού πηγαίνουμε, λοιπόν; Τα μέχρι στιγμής στοιχεία παραπέμπουν σε ένα περιβάλλον όπου οι συμμαχίες γίνονται περισσότερο σύνθετες: ένας στενός εταίρος της Ελλάδας μπορεί ταυτόχρονα να συνεργάζεται με την Τουρκία. Δεν έχει τεκμηριωθεί ελληνική εγκατάλειψη, αλλά ούτε δικαιολογείται η βεβαιότητα ότι η γαλλική πολιτική θα συμπίπτει πάντοτε με τις ελληνικές επιδιώξεις.

Η Ελλάδα δικαιούται να απαιτεί συνέπεια στις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί. Χρειάζεται επίσης να φροντίζει ώστε η υπεράσπιση της ασφάλειάς της να αποτελεί σταθερό συμφέρον των εταίρων της. Η συμμαχία με τη Γαλλία παραμένει πολύτιμη· η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από τις συγκεκριμένες αποφάσεις, την προετοιμασία και τη συμπεριφορά των δύο χωρών όταν εμφανιστεί πραγματική δοκιμασία.

 https://www.timesnews.gr/gallia-toyrkia-ta-oria-tis-symmachias-kai-i-elliniki-asfaleia/

Η υποκρισία στην πολιτική: όταν οι αρχές γίνονται προσωπείο

 Η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και στις πράξεις, η εκμετάλλευση των συμβόλων και η ευθύνη μιας κοινωνίας που δικαιούται να απαιτεί συνέπεια χωρίς να καταδικάζει συλλήβδην την πολιτική.



Η πολιτική έχει ανάγκη από λόγια: δεσμεύσεις, επιχειρήματα, προτάσεις, διακηρύξεις αρχών. Μέσα από αυτά οι πολίτες κρίνουν, συγκρίνουν και επιλέγουν. Όταν, όμως, τα λόγια αποσυνδέονται συστηματικά από τη συμπεριφορά εκείνων που τα εκφέρουν, η δημόσια ζωή χάνει κάτι ουσιαστικότερο από την αξιοπιστία ενός προσώπου. Χάνει την εμπιστοσύνη ότι οι δηλωμένες αρχές έχουν πραγματικό περιεχόμενο.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής υποκρισίας: στην επίκληση αξιών τις οποίες κάποιος χρησιμοποιεί για να κερδίσει αποδοχή, ενώ τις παραμερίζει όταν περιορίζουν την προσωπική ή κομματική του επιδίωξη. Ο πολίτης καλείται να εμπιστευθεί μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια με τα οποία λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή. Η διαπίστωση ότι ορισμένοι πολιτικοί υποκρίνονται δεν δικαιολογεί την απαξίωση όλων. Υπάρχουν άνθρωποι στη δημόσια ζωή που υπηρετούν με συνέπεια τις πεποιθήσεις τους, αναλαμβάνουν το κόστος των επιλογών τους και αναγνωρίζουν τα σφάλματά τους. Η συλλογική καταδίκη τούς αδικεί και συγχρόνως απαλλάσσει τους ασυνεπείς από την ιδιαίτερη ευθύνη τους: όταν όλοι θεωρούνται ίδιοι, κανείς δεν χρειάζεται να απολογηθεί συγκεκριμένα.

Η υποκρισία πρέπει επίσης να διακρίνεται από την αλλαγή γνώμης. Ένας πολιτικός μπορεί να αναθεωρήσει μια θέση επειδή άλλαξαν οι συνθήκες, επειδή προέκυψαν νέα δεδομένα ή επειδή διαπίστωσε ότι είχε κάνει λάθος. Η αναθεώρηση μπορεί να φανερώνει υπευθυνότητα, εφόσον συνοδεύεται από καθαρή εξήγηση. Η συνέπεια δεν απαιτεί την ισόβια προσκόλληση σε κάθε παλαιότερη δήλωση. Απαιτεί εντιμότητα απέναντι στους λόγους της μεταβολής.

Ανάλογη διάκριση χρειάζεται και για τον συμβιβασμό. Στη δημοκρατία συνυπάρχουν διαφορετικές ανάγκες, πεποιθήσεις και συμφέροντα. Η συνεννόηση προϋποθέτει συχνά αμοιβαίες υποχωρήσεις. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ένας συμβιβασμός αποκρύπτεται, όταν παρουσιάζεται ως πλήρης δικαίωση των αρχικών εξαγγελιών ή όταν εκείνος που τον αποδέχεται καταγγέλλει την ίδια επιλογή στους αντιπάλους του.

Η επιλεκτική εφαρμογή των αρχών αποτελεί ίσως το ασφαλέστερο κριτήριο της υποκρισίας. Κάποιος απαιτεί διαφάνεια από τους άλλους, αλλά επικαλείται σκοπιμότητες όταν ο έλεγχος αφορά τον ίδιο. Υπερασπίζεται την αξιοκρατία, αλλά ανέχεται την εύνοια προς τους οικείους του. Καταδικάζει τον προσβλητικό λόγο όταν στρέφεται εναντίον του, αλλά τον επιδοκιμάζει όταν προέρχεται από το δικό του στρατόπεδο. Διακηρύσσει τον σεβασμό στους θεσμούς, αλλά αμφισβητεί τη νομιμοποίησή τους μόλις οι αποφάσεις τους γίνουν δυσάρεστες.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αρχές μετατρέπονται σε όπλα της αντιπαράθεσης. Η ισχύς τους εξαρτάται από το ποιος ωφελείται και ποιος θίγεται. Η ηθική αποκτά κομματικό πρόσημο, ενώ θα έπρεπε να επιτρέπει τον έλεγχο και της δικής μας πλευράς.

Ιδιαίτερο πεδίο αυτής της συμπεριφοράς είναι η χρήση των συμβόλων. Η θρησκεία, η πατρίδα, η ιστορική μνήμη, η οικογένεια, ακόμη και η κοινωνική αλληλεγγύη διαθέτουν ισχυρό συναισθηματικό βάρος. Γι’ αυτό προσφέρονται για την κατασκευή μιας δημόσιας εικόνας εγγύτητας, ευαισθησίας ή σεβασμού. Μια παρουσία, μια χειρονομία ή μια φωτογραφία μπορούν να μεταδώσουν περισσότερα από μια ολόκληρη ομιλία.

Δεν είναι, βεβαίως, κάθε τέτοια παρουσία προσχηματική. Ο σεβασμός προς μια θρησκευτική παράδοση δεν προϋποθέτει προσωπική πίστη. Η συμμετοχή σε μια τελετή μπορεί να εκφράζει θεσμική ευθύνη, ιστορικό ενδιαφέρον ή αναγνώριση της σημασίας της για άλλους ανθρώπους. Σε μια πλουραλιστική κοινωνία, ένας πολιτικός οφείλει να συνομιλεί και με όσους δεν συμμερίζονται τις πεποιθήσεις του.

Το ζήτημα είναι αν εξηγεί έντιμα τη στάση του ή αφήνει σκόπιμα διαφορετικά ακροατήρια να πιστεύουν διαφορετικά πράγματα. Όταν προσαρμόζει την εικόνα του ώστε καθένας να αναγνωρίζει επάνω της αυτό που επιθυμεί, χωρίς ο ίδιος να αναλαμβάνει μια σαφή θέση, η επικοινωνία γίνεται μέσο παραπλάνησης.

Η πολιτική υποκρισία ευνοείται από ένα περιβάλλον που επιβραβεύει την εντύπωση και λησμονεί γρήγορα τη συνέχεια. Η εντυπωσιακή δήλωση κυκλοφορεί ευκολότερα από την εξήγηση μιας δύσκολης απόφασης. Η επίδειξη ευαισθησίας προσελκύει περισσότερη προσοχή από τη σταθερή εργασία για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος. Έτσι δημιουργείται το κίνητρο να υποκαθίσταται η ευθύνη με την αναπαράστασή της.

Ευθύνη έχει και το κοινό όταν συγχωρεί στη δική του πλευρά όσα θεωρεί ασυγχώρητα στην αντίπαλη. Η πολιτική ταύτιση μπορεί να περιορίσει την κρίση: η ίδια συμπεριφορά ονομάζεται άλλοτε «ρεαλισμός» και άλλοτε «προδοσία», ανάλογα με τον πρωταγωνιστή. Όταν οι πολίτες ζητούν συνέπεια μόνο από τους αντιπάλους τους, ενισχύουν τον μηχανισμό που καταγγέλλουν.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συγκεκριμένο έλεγχο. Τι είχε δηλωθεί; Τι τελικά έγινε; Ποια εξήγηση δόθηκε; Εφαρμόστηκε το ίδιο κριτήριο σε φίλους και αντιπάλους; Αναγνωρίστηκε η αντίφαση ή επιχειρήθηκε η απόκρυψή της; Αυτά τα ερωτήματα είναι χρησιμότερα από τους χαρακτηρισμούς, επειδή μεταφέρουν τη συζήτηση από την εικασία για τα κίνητρα στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς.

Το βαθύτερο κόστος της υποκρισίας είναι ότι διαβρώνει την ίδια τη γλώσσα της δημοκρατίας. Αν η δικαιοσύνη, η εντιμότητα και η αλληλεγγύη ακούγονται διαρκώς ως προσχήματα, οι πολίτες κινδυνεύουν να πάψουν να πιστεύουν ότι μπορούν να αποτελέσουν πραγματικούς οδηγούς πολιτικής δράσης. Ο κυνισμός που ακολουθεί δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τη διάκριση ανάμεσα στην ευθύνη και στον καιροσκοπισμό.

Η δημοκρατία χρειάζεται πολιτικούς που μπορούν να εξηγήσουν τις επιλογές τους, να παραδεχθούν τις αντιφάσεις τους και να δεχθούν για τον εαυτό τους τον έλεγχο που απαιτούν για τους άλλους. Η αξιοπιστία τους κρίνεται ιδιαίτερα τη στιγμή που η τήρηση μιας αρχής έχει κόστος. Εκεί φαίνεται αν η αρχή καθορίζει τη συμπεριφορά ή απλώς διακοσμεί τον λόγο.

https://www.timesnews.gr/i-ypokrisia-stin-politiki-otan-oi-arches-ginontai-prosopeio/

Η ακρίβεια σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο

 Οι πόλεμοι, η ενέργεια και οι διεθνείς αγορές επηρεάζουν το κόστος ζωής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Όμως η εξωτερική προέλευση μιας κρίσης δεν καταργεί την ευθύνη των κυβερνήσεων - όπως και η πολιτική βούληση δεν αρκεί για να εξαφανίσει τις αιτίες της.



Η ακρίβεια αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα, αλλά δεν έχει παντού την ίδια ένταση ούτε προκαλεί τις ίδιες κοινωνικές συνέπειες. Συνδέεται με τις διεθνείς εξελίξεις, την ενεργειακή εξάρτηση, τις παραγωγικές δυνατότητες κάθε οικονομίας, τη λειτουργία των αγορών και, κυρίως, τη σχέση ανάμεσα στις τιμές και τα εισοδήματα. Γι’ αυτό και οι πολιτικές υποσχέσεις για την αντιμετώπισή της χρειάζονται προσεκτική εξέταση: άλλο η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να περιορίσει τις επιπτώσεις της και άλλο η δυνατότητά της να ελέγξει όλους τους παράγοντες που τη δημιουργούν.

Τα ευρωπαϊκά στοιχεία επιβεβαιώνουν τόσο την κοινή πίεση όσο και τις εθνικές διαφορές. Σύμφωνα με τη Eurostat, τον Αύγουστο του 2026 ο ετήσιος πληθωρισμός ήταν 3,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη, ενώ στην Ελλάδα έφτανε το 3,7%. Οι αποκλίσεις μεταξύ κρατών ήταν μεγάλες: από 0,3% στη Σουηδία έως 6,3% στη Ρουμανία. Επομένως, υπάρχει ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον ανατιμήσεων, μέσα στο οποίο κάθε χώρα αντιμετωπίζει διαφορετικές πιέσεις.

Ακρίβεια και πληθωρισμός: μια ουσιαστική διαφορά

Για να γίνει σοβαρή συζήτηση, πρέπει πρώτα να διευκρινιστεί κάτι που συχνά χάνεται στην πολιτική αντιπαράθεση: η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν σημαίνει υποχώρηση των τιμών.

Ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό με τον οποίο αυξάνονται οι τιμές. Αν ένα προϊόν από 100 ευρώ φτάσει στα 110 και τον επόμενο χρόνο ακριβύνει κατά 2%, θα κοστίζει 112,20 ευρώ. Ο ρυθμός ανατίμησης έχει επιβραδυνθεί, αλλά ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει περισσότερο.

Η ακρίβεια, όπως τη βιώνει το νοικοκυριό, αφορά το ήδη διαμορφωμένο κόστος ζωής σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Μια οικογένεια μπορεί να ακούει ότι «ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται» και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται περισσότερο να πληρώσει τρόφιμα, ενοίκιο και ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν υπάρχει αντίφαση: οι προηγούμενες αυξήσεις παραμένουν ενσωματωμένες στις τιμές, ενώ το εισόδημά της μπορεί να μην έχει ανακτήσει την αγοραστική του δύναμη.

Αυτό εξηγεί γιατί η επίκληση ενός βελτιωμένου οικονομικού δείκτη δεν αρκεί για να καθησυχάσει τους πολίτες. Το ζητούμενο είναι τι μπορούν να αγοράσουν με όσα κερδίζουν.

Πώς ένας πόλεμος φτάνει στο οικογενειακό τραπέζι

Οι πόλεμοι επηρεάζουν τις τιμές μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς. Καταστρέφουν παραγωγικές υποδομές, περιορίζουν εξαγωγές, διαταράσσουν μεταφορές και αυξάνουν την αβεβαιότητα. Οι κυρώσεις, οι εμπορικοί περιορισμοί και η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών μπορούν επίσης να προσθέσουν κόστος.

Η ενέργεια έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συμμετέχει σχεδόν σε κάθε στάδιο της οικονομικής δραστηριότητας. Η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου ή του πετρελαίου δεν αφορά μόνο τη θέρμανση και το αυτοκίνητο. Επηρεάζει την παραγωγή λιπασμάτων, τη λειτουργία εργοστασίων, τα θερμοκήπια, την ψύξη τροφίμων και τη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι, ένα ενεργειακό σοκ μπορεί σταδιακά να περάσει σε μεγάλο μέρος του καταναλωτικού καλαθιού.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάδοσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το σοκ στις πρώτες ύλες μετά την έναρξη του πολέμου επιτάχυνε τον πληθωρισμό το 2022. Ωστόσο, επισημαίνει επίσης ότι η εξέλιξη των τιμών στα επόμενα χρόνια δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις εισαγωγές ενέργειας: καθοριστικό ρόλο έχουν και οι εγχώριες αμοιβές και τα κέρδη.

Αντίστοιχα, η ανασφάλεια σε σημαντικές θαλάσσιες διαδρομές μπορεί να αναγκάσει τα πλοία να ακολουθούν μεγαλύτερες αποστάσεις, να αυξήσει τα ασφάλιστρα και να καθυστερήσει παραδόσεις. Μια γεωπολιτική σύγκρουση δεν χρειάζεται να βρίσκεται κοντά στην Ελλάδα για να επηρεάσει την ελληνική αγορά.

Η αλληλεξάρτηση σημαίνει ακριβώς αυτό: η γεωγραφική απόσταση δεν εξασφαλίζει οικονομική προστασία.

Η παγκοσμιοποίηση μειώνει το κόστος, αλλά μεταδίδει τις κρίσεις

Θα ήταν, ωστόσο, ανακριβές να θεωρήσουμε ότι η παγκοσμιοποίηση προκαλεί από μόνη της την ακρίβεια. Το διεθνές εμπόριο διεύρυνε την προσφορά, επέτρεψε μεγαλύτερη εξειδίκευση και ενίσχυσε τον ανταγωνισμό, συμβάλλοντας στη μείωση του κόστους πολλών προϊόντων.

Ταυτόχρονα, δημιούργησε αλυσίδες παραγωγής που εξαρτώνται από πολλούς προμηθευτές, χώρες και μεταφορικούς κόμβους. Μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί στην Ελλάδα, αλλά να χρειάζεται εισαγόμενα καύσιμα, μηχανήματα, ζωοτροφές, συσκευασίες ή εξαρτήματα. Συνεπώς, ακόμη και η εγχώρια παραγωγή δεν είναι απαραίτητα απομονωμένη από τις διεθνείς ανατιμήσεις.

Η απόλυτη αυτάρκεια θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρή και, σε πολλές περιπτώσεις, ανέφικτη. Η επιδίωξη πρέπει να είναι πιο συγκεκριμένη: διαφοροποίηση προμηθευτών, περιορισμός κρίσιμων εξαρτήσεων, επαρκείς υποδομές και ενίσχυση της παραγωγής εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες.

Μια οικονομία γίνεται ανθεκτικότερη όταν μπορεί να προσαρμόζεται χωρίς κάθε διεθνής αναταραχή να μετατρέπεται σε εσωτερική κρίση.

Γιατί η ίδια ανατίμηση δεν πλήττει όλους το ίδιο

Η κοινή ευρωπαϊκή πίεση δεν δημιουργεί ομοιόμορφο κοινωνικό αποτέλεσμα. Η επιβάρυνση εξαρτάται από το ύψος των μισθών, τη φορολογία, το κόστος στέγασης, τις δημόσιες υπηρεσίες και τη σύνθεση των δαπανών κάθε νοικοκυριού.

Τα χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους σε βασικές ανάγκες. Δεν μπορούν εύκολα να μειώσουν την κατανάλωση τροφίμων, τη θέρμανση ή τις μετακινήσεις προς την εργασία. Έχουν επίσης μικρότερο περιθώριο αποταμίευσης, ώστε να απορροφήσουν μια έκτακτη επιβάρυνση.

Γι’ αυτό ο μέσος πληθωρισμός δεν αποτυπώνει πλήρως την εμπειρία κάθε κοινωνικής ομάδας. Ένα νοικοκυριό με υψηλό ενοίκιο και χαμηλό μισθό μπορεί να πιέζεται πολύ περισσότερο από ένα άλλο που διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία και μεγαλύτερο εισόδημα, ακόμη κι αν ζουν στην ίδια χώρα.

Οι συγκρίσεις τιμών μεταξύ χωρών χρειάζονται επίσης προσοχή. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο κοστίζει ένα προϊόν. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόση εργασία απαιτείται για να αγοραστεί.

Οι διεθνείς αιτίες δεν απαλλάσσουν την εγχώρια αγορά από τον έλεγχο

Η διεθνής προέλευση μιας ανατίμησης δεν αποδεικνύει ότι κάθε αύξηση στην τελική τιμή είναι δικαιολογημένη. Μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή μεσολαβούν προμηθευτές, μεταφορείς, χονδρέμποροι και λιανέμποροι. Σε κάθε στάδιο διαμορφώνονται κόστη και περιθώρια κέρδους.

Όταν ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος, μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα μετακύλισης των αυξήσεων στον καταναλωτή ή καθυστέρησης της μείωσης των τιμών όταν υποχωρούν τα κόστη. Όμως η διαπίστωση υψηλών τιμών δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη καρτέλ ή παράνομης πρακτικής. Χρειάζονται στοιχεία για το κόστος, τις συμβάσεις, τα περιθώρια και τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων.

Η ΕΚΤ έχει εξετάσει τη συμβολή των κερδών στις πληθωριστικές πιέσεις και έχει επισημάνει ότι, σε περιβάλλον γενικευμένων ανατιμήσεων, ο καταναλωτής δυσκολεύεται να διακρίνει αν μια αύξηση προέρχεται από μεγαλύτερο κόστος ή από μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Αυτό ενισχύει την ανάγκη ελέγχου, χωρίς να δικαιολογεί συλλήβδην κατηγορίες κατά όλων των επιχειρήσεων.

Η σοβαρή πολιτική οφείλει επομένως να εντοπίζει συγκεκριμένες στρεβλώσεις και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά.

Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση – και ποιο είναι το κόστος

Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να καθορίσει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου ούτε να τερματίσει μόνη της έναν πόλεμο. Μπορεί, όμως, να επηρεάσει τη φορολογία, τον ανταγωνισμό, την κοινωνική προστασία, τις υποδομές και τις συνθήκες παραγωγής.

Τα μέτρα αυτά έχουν διαφορετικά αποτελέσματα και διαφορετικό χρονικό ορίζοντα.

Η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, εφόσον μεταφερθεί στην τελική τιμή. Αυτό δεν είναι αυτόματο. Απαιτεί παρακολούθηση και επαρκή ανταγωνισμό, ενώ συνεπάγεται απώλεια δημόσιων εσόδων που πρέπει να καλυφθεί.

Τα επιδόματα μπορούν να προστατεύσουν άμεσα τα ευάλωτα νοικοκυριά. Δεν διορθώνουν, όμως, από μόνα τους τις αιτίες της ακρίβειας. Οι γενικευμένες επιδοτήσεις είναι ακριβότερες, ωφελούν και όσους δεν έχουν ανάγκη και ενδέχεται να διατηρούν τη ζήτηση σε αγορές όπου η προσφορά παραμένει περιορισμένη. Η ΕΚΤ υποστηρίζει γι’ αυτό ότι η στήριξη απέναντι στα ενεργειακά σοκ πρέπει να είναι προσωρινή, στοχευμένη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες.

Τα πλαφόν μπορούν, σε ορισμένες έκτακτες συνθήκες, να περιορίσουν επιβαρύνσεις. Αν όμως οριστούν χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό κόστος προμήθειας και παραγωγής, υπάρχει κίνδυνος ελλείψεων, απόσυρσης προϊόντων ή μεταφοράς του κόστους στον προϋπολογισμό.

Η αύξηση των εισοδημάτων είναι απαραίτητη για την ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης. Δεν αποτελεί αυτομάτως πληθωριστική απειλή. Η επίδρασή της εξαρτάται από την παραγωγικότητα, τη ζήτηση και το κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να απορροφήσουν μέρος του κόστους. Χρειάζεται επομένως εξέταση και των μισθών και των κερδών, αντί να αντιμετωπίζεται κάθε μισθολογική διεκδίκηση ως αιτία ανατιμήσεων.

Οι πιο μόνιμες παρεμβάσεις –ενεργειακή εξοικονόμηση, δίκτυα, αποθήκευση, παραγωγικές επενδύσεις, καλύτερες μεταφορές και στεγαστική πολιτική– χρειάζονται χρόνο. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να ξεκινούν πριν από την επόμενη κρίση.

Τα όρια της νομισματικής πολιτικής

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να περιορίσει τον πληθωρισμό μέσω των επιτοκίων, επηρεάζοντας τον δανεισμό, την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Δεν μπορεί, όμως, να παράγει περισσότερο φυσικό αέριο ή να αποκαταστήσει μια κατεστραμμένη σοδειά.

Όταν οι ανατιμήσεις προέρχονται από περιορισμό της προσφοράς, εμφανίζεται ένα δύσκολο δίλημμα. Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να εμποδίσει τη διάχυση του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει δανειολήπτες και επιχειρήσεις και μπορεί να αποδυναμώσει την οικονομική δραστηριότητα.

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί συνεπώς συντονισμό. Αν η νομισματική πολιτική περιορίζει τη ζήτηση και η δημοσιονομική πολιτική την ενισχύει αδιακρίτως, οι δύο παρεμβάσεις μπορεί να λειτουργούν η μία εναντίον της άλλης.

Πώς κρίνονται οι πολιτικές υποσχέσεις

Δεν έχουν όλοι οι πολιτικοί τις ίδιες προτάσεις ούτε όλες οι προτάσεις την ίδια αξία. Ωστόσο, η παρουσίαση της ακρίβειας ως προβλήματος που λύνεται άμεσα με μία απόφαση συσκοτίζει τις πραγματικές επιλογές.

Κάθε υπόσχεση πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα: Ποια αιτία αντιμετωπίζει; Ποιους ωφελεί; Πόσο κοστίζει και πώς χρηματοδοτείται; Πότε θα αποδώσει; Με ποιον τρόπο θα ελεγχθεί το αποτέλεσμά της;

Το «θα μειώσουμε τις τιμές» δεν είναι ολοκληρωμένο σχέδιο. Το ίδιο ισχύει για το «όλα οφείλονται στο εξωτερικό». Η πρώτη διατύπωση υπερεκτιμά τις δυνατότητες της εθνικής πολιτικής. Η δεύτερη υποτιμά τις ευθύνες της.

Η ακρίβεια είναι τελικά και ζήτημα κατανομής του βάρους

Όταν μια οικονομία πληρώνει ακριβότερα την εισαγόμενη ενέργεια, ένα μέρος του εισοδήματός της μεταφέρεται προς τους προμηθευτές του εξωτερικού. Το κράτος μπορεί να ανακατανείμει την επιβάρυνση, να την απορροφήσει προσωρινά μέσω του προϋπολογισμού και να περιορίσει μελλοντικές εξαρτήσεις. Δεν μπορεί να εξαφανίσει με μια διοικητική απόφαση το πραγματικό κόστος.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής ευθύνης: ποιος θα επωμιστεί περισσότερο αυτή την απώλεια; Ο χαμηλόμισθος, ο συνταξιούχος, η μικρή επιχείρηση, ο φορολογούμενος ή εκείνοι που διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική αντοχή;

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι σύνθετη, αλλά η πολυπλοκότητα δεν δικαιολογεί την αδράνεια. Μια σοβαρή πολιτική χρειάζεται άμεση προστασία όσων πιέζονται, τεκμηριωμένο έλεγχο των αγορών και μακροπρόθεσμη μείωση των εξαρτήσεων. Κ

αι χρειάζεται ειλικρίνεια: σαφή αναγνώριση όσων μπορεί να επιτύχει, του χρόνου που απαιτείται και του κόστους που συνεπάγεται.

https://www.timesnews.gr/i-akriveia-se-enan-allilexartomeno-kosmo/

Οικονομική ανασφάλεια: Πώς γίνεται δύναμη του λαϊκισμού

 Ο φόβος για το μέλλον, η αίσθηση αδικίας και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς επηρεάζουν την ψήφο – και θέτουν τη δημοκρατία μπροστά στην ανάγκη ουσιαστικών απαντήσεων.

 


Διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι η οικονομική ανασφάλεια αυξάνει την πιθανότητα ψήφου σε λαϊκιστικά κόμματα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ευρωπαίων πολιτών που αξιολογούν αρνητικά την οικονομική τους κατάσταση επιλέγουν λαϊκιστικά/ακροδεξιά κόμματα.

Η οικονομική ανασφάλεια, ωστόσο, μπορεί να ενισχύσει τον λαϊκισμό, αλλά δεν καθορίζει από μόνη της την ψήφο. Το κρίσιμο είναι πότε ο φόβος για το εισόδημα, την εργασία και το μέλλον μετατρέπεται σε πεποίθηση ότι οι υπάρχοντες θεσμοί αδιαφορούν και ότι μόνο ένας ηγέτης που υπόσχεται ρήξη μπορεί να προστατεύσει τον πολίτη. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί, επομένως, οικονομική προστασία, δίκαιους θεσμούς και ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση.

Χρειάζεται, όμως, μια αρχική διάκριση: λαϊκισμός, ακροδεξιά και προσωποπαγής πολιτική οργάνωση δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.

Ο λαϊκισμός στηρίζεται στην αντιπαράθεση ενός υποτιθέμενου ενιαίου και ενάρετου «λαού» με μια συλλήβδην διεφθαρμένη «ελίτ». Η ακροδεξιά προσθέτει ιδιαίτερα στοιχεία εθνικισμού, αποκλεισμού και αυταρχισμού. Η προσωποπαγής οργάνωση αφορά την εξάρτηση ενός κόμματος από τον αρχηγό του και μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους.

Τι τεκμηριώνουν οι έρευνες

Μια σημαντική μετα-ανάλυση των Scheiring και συνεργατών, δημοσιευμένη το 2024 στο British Journal of Political Sciencei, συνέθεσε 36 μελέτες για την αιτιώδη σχέση οικονομικής ανασφάλειας και λαϊκισμού. Βρήκε ισχυρή ένδειξη ότι οι οικονομικές αναταράξεις συμβάλλουν στην ενίσχυσή του. Η σχέση παρέμενε σημαντική ακόμη και μετά τη διόρθωση για τη μεροληψία δημοσίευσης – την τάση να δημοσιεύονται ευκολότερα έρευνες με θετικά, στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα. Η εκτίμηση ότι η οικονομική ανασφάλεια εξηγεί περίπου το ένα τρίτο ορισμένων πρόσφατων αυξήσεων του λαϊκισμού αποτελεί επαναλαμβανόμενο εύρημα των μελετών, όχι καθολικό ποσοστό για κάθε χώρα και εκλογή.

Υπάρχουν επίσης χαρακτηριστικά εκλογικά δεδομένα. Ανάλυση του Friedrich-Ebert-Stiftungii, βασισμένη στο exit poll της Infratest dimap για τις γερμανικές εκλογές του 2025, αναφέρει ότι η AfD συγκέντρωσε 39% μεταξύ όσων αξιολογούσαν την προσωπική οικονομική τους κατάσταση ως μάλλον κακή ή κακή, αυξάνοντας την υποστήριξή της στην ομάδα αυτή κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για ισχυρή συσχέτιση, η οποία, από μόνη της, δεν αποδεικνύει ποιο ήταν το αποφασιστικό κίνητρο κάθε ψηφοφόρου.

Πρέπει μάλιστα να προσέχουμε τη διατύπωση: άλλο είναι να λέμε ότι ένα κόμμα έχει αυξημένη υποστήριξη μεταξύ των οικονομικά ανασφαλών και άλλο ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι του είναι οικονομικά ανασφαλείς. Πρόκειται για διαφορετικές ερωτήσεις. Επίσης, μια έρευνα που καταγράφει ταυτόχρονα οικονομική απαισιοδοξία και κομματική προτίμηση δεν αποκλείει την αντίστροφη επίδραση: η ήδη διαμορφωμένη πολιτική ταυτότητα μπορεί να επηρεάζει το πόσο αρνητικά αξιολογεί κάποιος την οικονομία.

Η ανασφάλεια είναι ευρύτερη από τη φτώχεια

Η φτώχεια αφορά την ανεπάρκεια πόρων. Η ανασφάλεια αφορά επιπλέον την αδυναμία πρόβλεψης και ελέγχου της ζωής.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει σήμερα αξιοπρεπές εισόδημα, αλλά να φοβάται ότι η επιχείρησή του θα κλείσει. Ένας μικροεπαγγελματίας μπορεί να αντέχει οικονομικά, αλλά να αισθάνεται ότι μία ασθένεια ή μία αύξηση κόστους αρκεί για να καταρρεύσει. Ένας νέος μπορεί να εργάζεται και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί να αποκτήσει ανεξάρτητη κατοικία. Ένας γονιός μπορεί να βλέπει τα παιδιά του να έχουν λιγότερες δυνατότητες από όσες είχε ο ίδιος.

Στην έρευνα εμπιστοσύνης του ΟΟΣΑ του 2024iii, με στοιχεία του 2023, η εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση ήταν 35% μεταξύ όσων ανησυχούσαν για το οικονομικό τους μέλλον, έναντι 52% μεταξύ όσων είχαν λιγότερες οικονομικές ανησυχίες. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει επίσης ότι, σε πολλές χώρες, η υποκειμενική οικονομική ευαλωτότητα συνδέεται ισχυρότερα με τη χαμηλή θεσμική εμπιστοσύνη από ό,τι το ίδιο το επίπεδο εισοδήματος. Πρόκειται για συσχετίσεις, όχι για απόδειξη ότι η ανασφάλεια εξηγεί κάθε περίπτωση δυσπιστίας.

Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί η ανακοίνωση καλών μακροοικονομικών αποτελεσμάτων μπορεί να έχει περιορισμένη πολιτική απήχηση. Η αύξηση του ΑΕΠ δεν απαντά αυτομάτως στην ερώτηση: «Μπορώ να πληρώσω το ενοίκιο, να αντιμετωπίσω μια ασθένεια και να σχεδιάσω τη ζωή μου;».

Η πολιτική αξιοπιστία δοκιμάζεται στη σύνδεση ανάμεσα στη συνολική πρόοδο και στην καθημερινή ασφάλεια.

Πώς ο οικονομικός φόβος γίνεται πολιτική δυσαρέσκεια

Ως ερμηνευτική σύνθεση των ευρημάτων, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κρίσιμες μεταβολές.

Η πρώτη είναι η απώλεια εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής. Όταν οι κυβερνήσεις αλλάζουν αλλά η επισφάλεια παραμένει, ο πολίτης μπορεί να συμπεράνει ότι οι διαφορές των κομμάτων έχουν μικρή σημασία. Η απογοήτευση παύει τότε να αφορά μια συγκεκριμένη απόφαση και επεκτείνεται στο σύστημα εκπροσώπησης.

Η δεύτερη είναι η αίσθηση άνισης μεταχείρισης. Η δυσκολία γίνεται πολιτικά οξύτερη όταν θεωρείται ότι οι θυσίες κατανέμονται άδικα: ότι κάποιοι προστατεύονται, φοροδιαφεύγουν ή απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση, ενώ άλλοι επωμίζονται συνεχώς το κόστος. Σε αυτή την περίπτωση, το αίτημα αφορά και την αξιοπρέπεια: «Γιατί οι κανόνες ισχύουν διαφορετικά για εμένα;».

Η τρίτη είναι η αναζήτηση μιας κατανοητής εξήγησης και ενός προστάτη. Ο λαϊκιστικός λόγος προσφέρει συχνά μια απλή αφήγηση: υπάρχει ένας σαφής υπαίτιος, ένας ηγέτης που γνωρίζει την αλήθεια και μια αποφασιστική πράξη που θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Η ελκυστικότητά του βρίσκεται στην υπόσχεση ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει ξανά κατανοητός και ελέγξιμος.

Εδώ εμφανίζεται και ο κίνδυνος: ένα πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική ενοχοποίηση μεταναστών, μειονοτήτων, πολιτικών αντιπάλων ή θεσμών. Η αναγνώριση της πραγματικής δυσκολίας δεν συνεπάγεται αποδοχή της εξήγησης που δίνεται γι’ αυτήν.

Γιατί η δυσαρέσκεια δεν οδηγεί όλους προς την ίδια κατεύθυνση

Η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να οδηγήσει σε αίτημα αναδιανομής, εθνικής προστασίας, αλλαγής κυβέρνησης, σε αποχή ή σε διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας. Η κατεύθυνση εξαρτάται από τις προηγούμενες πεποιθήσεις, τις κοινωνικές σχέσεις και τις πολιτικές επιλογές που είναι διαθέσιμες.

Επομένως, η οικονομία και η πολιτική ταυτότητα αλληλεπιδρούν. Η ίδια απώλεια εργασίας μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς κοινωνικής προστασίας, κακής κυβερνητικής πολιτικής, τεχνολογικής αλλαγής ή ανταγωνισμού από άλλες κοινωνικές ομάδες. Οι πολιτικές δυνάμεις ανταγωνίζονται και για το ποια ερμηνεία θα επικρατήσει.

Υπάρχει επιπλέον ένας λιγότερο εμφανής μηχανισμός: η αποχή. Οι Guiso, Herrera, Morelli και Sonno, σε μελέτη του 2024 στο Economicaiv, βρίσκουν ότι η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζει τόσο την κομματική επιλογή όσο και τη συμμετοχή στις εκλογές. Στο δικό τους υπόδειγμα, σχεδόν 40% της εκτιμώμενης μεταβολής της λαϊκιστικής ψήφου μεταξύ όσων ψηφίζουν συνδέεται με τον μηχανισμό συμμετοχής. Οι ίδιοι αναγνωρίζουν περιορισμούς στην πλήρη αιτιώδη ταυτοποίηση της σχέσης.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του ποσοστού ενός κόμματος μπορεί να προκύπτει και επειδή αποσύρονται απογοητευμένοι ψηφοφόροι άλλων κομμάτων. Η δημοκρατική αποδυνάμωση μπορεί να εκδηλώνεται τόσο με μια ψήφο ρήξης όσο και με την εγκατάλειψη της κάλπης.

Τι μπορεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο

Από τα δεδομένα προκύπτουν ορισμένες κατευθύνσεις. Δεν αποτελούν εγγυημένη συνταγή εκλογικών αποτελεσμάτων· αποτελούν πολιτικές προτάσεις που απαντούν στους μηχανισμούς της ανασφάλειας και της δυσπιστίας.

1. Σταθερή προστασία απέναντι σε συγκεκριμένους κινδύνους.

Η κοινωνική πολιτική χρειάζεται να επιτρέπει στον πολίτη να γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα συμβεί αν χάσει τη δουλειά του, αρρωστήσει ή αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες. Προβλέψιμη ασφάλιση ανεργίας, λειτουργική δημόσια υγεία και αποτελεσματική στήριξη στην επανένταξη στην εργασία έχουν διαφορετική σημασία από μια περιστασιακή παροχή.

Μελέτη των Foster και Friedenv, δημοσιευμένη το 2026 για 16 δυτικοευρωπαϊκές χώρες, βρίσκει ότι η γενναιότερη προστασία εισοδήματος στην ανεργία συνδέεται με χαμηλότερη υποστήριξη λαϊκιστικών κομμάτων. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η ανάλυσή τους είναι συσχετιστική και δεν επιτρέπει ισχυρούς αιτιώδεις ισχυρισμούς. Σημαντικό είναι επίσης ότι δεν βρίσκουν αντίστοιχη προστατευτική σχέση για τις συνολικές κοινωνικές δαπάνες γενικά. Άρα, έχει σημασία ποιος κίνδυνος καλύπτεται και με ποιον τρόπο, όχι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται.

2. Βελτίωση της πραγματικής δυνατότητας να σχεδιάζει κάποιος τη ζωή του.

Η εργασία πρέπει να εξετάζεται ως προς τον μισθό, τη σταθερότητα, το ωράριο και την προοπτική της. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση της στεγαστικής πίεσης χρειάζεται να συνδυάζει άμεση προστασία με αύξηση της προσφοράς κατάλληλης κατοικίας. Η κατάρτιση αποκτά αξία όταν συνδέεται με πραγματικές θέσεις εργασίας.

Οι παρεμβάσεις αυτές χρειάζονται χρηματοδότηση, προτεραιότητες και αξιολόγηση. Μια πολιτική που υπόσχεται τα πάντα χωρίς να εξηγεί το κόστος της μπορεί να δημιουργήσει τον επόμενο κύκλο απογοήτευσης.

3. Δικαιοσύνη που γίνεται αντιληπτή στην πράξη.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς, οι διαφανείς δημόσιες συμβάσεις, η συνεπής φορολογική εφαρμογή και η λογοδοσία έχουν άμεση σχέση με την αξιοπιστία της κοινωνικής πολιτικής.

Όταν ο πολίτης βλέπει προνομιακές εξαιρέσεις, δυσπιστεί και απέναντι σε εύλογες μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, η ισότιμη εφαρμογή των κανόνων κάνει πιο πειστική μια δύσκολη απόφαση. Η επίκληση της «αναγκαιότητας» δεν αρκεί χωρίς εξήγηση της κατανομής του κόστους.

4. Πολιτική φωνή με ορατό αποτέλεσμα.

Στην έρευνα του ΟΟΣΑ του 2024, 69% όσων αισθάνονταν ότι έχουν λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις εξέφραζαν υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, έναντι 22% όσων θεωρούσαν ότι δεν έχουν λόγο. Η συσχέτιση δεν αποδεικνύει ότι μια διαδικασία συμμετοχής θα αυξήσει αυτομάτως την εμπιστοσύνη· δείχνει, όμως, πόσο κεντρικό είναι το αίσθημα πολιτικής επιρροής.

Χρειάζονται, επομένως, διαβουλεύσεις στις οποίες οι προτάσεις λαμβάνουν τεκμηριωμένη απάντηση, ουσιαστική τοπική εκπροσώπηση και κόμματα με λειτουργική εσωτερική δημοκρατία. Η συμμετοχή χάνει την αξία της όταν καλείται ο πολίτης να μιλήσει για αποφάσεις που έχουν ήδη οριστικοποιηθεί.

5. Συγκεκριμένος δημόσιος έλεγχος των υποσχέσεων.

Ο χαρακτηρισμός «λαϊκιστής» έχει περιορισμένη αναλυτική αξία όταν χρησιμοποιείται ως γενική αποδοκιμασία. Πολύ αποτελεσματικότερος είναι ο έλεγχος μιας πρότασης: τι προβλέπει, ποιος ωφελείται, ποιος πληρώνει, πώς εφαρμόζεται και τι συνέπειες έχει για τα δικαιώματα και τους θεσμούς.

Αυτός ο έλεγχος πρέπει να εφαρμόζεται και στην κυβέρνηση. Αν η αυστηρότητα αφορά μόνο την αντιπολίτευση, η κριτική χάνει την αξιοπιστία της. Αντίστοιχα, η ατεκμηρίωτη καταστροφολογία της αντιπολίτευσης χρειάζεται έλεγχο με στοιχεία και συγκεκριμένα αντεπιχειρήματα.

Η ελληνική διάσταση και το ουσιαστικό ζητούμενο

Για την Ελλάδα, θα είχε ιδιαίτερη αξία μια έρευνα που θα συνδύαζε εισόδημα, στεγαστική επιβάρυνση, εργασιακή επισφάλεια, φόβο οικονομικής επιδείνωσης, θεσμική εμπιστοσύνη, προηγούμενη ψήφο και πρόθεση συμμετοχής. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν η υποστήριξη ενός προσώπου ή κόμματος εκφράζει κοινωνικό αίτημα, ιδεολογική συμφωνία, προσωπική εμπιστοσύνη ή κυρίως τιμωρητική διάθεση.

Ο δημοκρατικός στόχος, πάντως, δεν μπορεί να είναι να αποτραπεί η ψήφος σε συγκεκριμένα κόμματα ούτε να εξασφαλιστεί η παραμονή μιας κυβέρνησης. Είναι να μπορούν οι πολίτες να επιλέγουν με πραγματικές εναλλακτικές, αξιόπιστη πληροφόρηση και μικρότερη εξάρτηση από τον φόβο και τις υποσχέσεις προσωπικής σωτηρίας.

Η πιο ουσιαστική απάντηση στον λαϊκισμό είναι μια δημοκρατία που προσφέρει προστασία, εφαρμόζει δίκαιους κανόνες και επιτρέπει αποτελεσματικό έλεγχο της εξουσίας. Ακόμη και μια τέτοια δημοκρατία θα έχει συγκρούσεις, δυσαρέσκεια και έντονη αντιπολίτευση. Η διαφορά είναι ότι ο πολίτης θα μπορεί να διεκδικεί αλλαγές χωρίς να αισθάνεται πως πρέπει πρώτα να απαξιώσει ολόκληρο το σύστημα για να ακουστεί.

Αναφορές

iThe Populist Backlash Against Globalization: A Meta-Analysis of the Causal Evidence

iihttps://collections.fes.de/publikationen/content/pagetext/1597870?utm_source=chatgpt.com

iiiOECD Survey on Drivers of Trust in Public Institutions – 2024 Results

iv Economic insecurity and the demand for populism in Europe

v Compensation, austerity and populism: Labor market spending and voting in 16 Western European countries

https://www.timesnews.gr/oikonomiki-anasfaleia-pos-ginetai-dynami-toy-laikismoy/