Monday, October 5, 2026

Η ακρίβεια σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο

 Οι πόλεμοι, η ενέργεια και οι διεθνείς αγορές επηρεάζουν το κόστος ζωής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Όμως η εξωτερική προέλευση μιας κρίσης δεν καταργεί την ευθύνη των κυβερνήσεων - όπως και η πολιτική βούληση δεν αρκεί για να εξαφανίσει τις αιτίες της.



Η ακρίβεια αποτελεί πανευρωπαϊκό πρόβλημα, αλλά δεν έχει παντού την ίδια ένταση ούτε προκαλεί τις ίδιες κοινωνικές συνέπειες. Συνδέεται με τις διεθνείς εξελίξεις, την ενεργειακή εξάρτηση, τις παραγωγικές δυνατότητες κάθε οικονομίας, τη λειτουργία των αγορών και, κυρίως, τη σχέση ανάμεσα στις τιμές και τα εισοδήματα. Γι’ αυτό και οι πολιτικές υποσχέσεις για την αντιμετώπισή της χρειάζονται προσεκτική εξέταση: άλλο η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να περιορίσει τις επιπτώσεις της και άλλο η δυνατότητά της να ελέγξει όλους τους παράγοντες που τη δημιουργούν.

Τα ευρωπαϊκά στοιχεία επιβεβαιώνουν τόσο την κοινή πίεση όσο και τις εθνικές διαφορές. Σύμφωνα με τη Eurostat, τον Αύγουστο του 2026 ο ετήσιος πληθωρισμός ήταν 3,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην ευρωζώνη, ενώ στην Ελλάδα έφτανε το 3,7%. Οι αποκλίσεις μεταξύ κρατών ήταν μεγάλες: από 0,3% στη Σουηδία έως 6,3% στη Ρουμανία. Επομένως, υπάρχει ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον ανατιμήσεων, μέσα στο οποίο κάθε χώρα αντιμετωπίζει διαφορετικές πιέσεις.

Ακρίβεια και πληθωρισμός: μια ουσιαστική διαφορά

Για να γίνει σοβαρή συζήτηση, πρέπει πρώτα να διευκρινιστεί κάτι που συχνά χάνεται στην πολιτική αντιπαράθεση: η υποχώρηση του πληθωρισμού δεν σημαίνει υποχώρηση των τιμών.

Ο πληθωρισμός μετρά τον ρυθμό με τον οποίο αυξάνονται οι τιμές. Αν ένα προϊόν από 100 ευρώ φτάσει στα 110 και τον επόμενο χρόνο ακριβύνει κατά 2%, θα κοστίζει 112,20 ευρώ. Ο ρυθμός ανατίμησης έχει επιβραδυνθεί, αλλά ο καταναλωτής εξακολουθεί να πληρώνει περισσότερο.

Η ακρίβεια, όπως τη βιώνει το νοικοκυριό, αφορά το ήδη διαμορφωμένο κόστος ζωής σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα. Μια οικογένεια μπορεί να ακούει ότι «ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται» και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται περισσότερο να πληρώσει τρόφιμα, ενοίκιο και ηλεκτρικό ρεύμα. Δεν υπάρχει αντίφαση: οι προηγούμενες αυξήσεις παραμένουν ενσωματωμένες στις τιμές, ενώ το εισόδημά της μπορεί να μην έχει ανακτήσει την αγοραστική του δύναμη.

Αυτό εξηγεί γιατί η επίκληση ενός βελτιωμένου οικονομικού δείκτη δεν αρκεί για να καθησυχάσει τους πολίτες. Το ζητούμενο είναι τι μπορούν να αγοράσουν με όσα κερδίζουν.

Πώς ένας πόλεμος φτάνει στο οικογενειακό τραπέζι

Οι πόλεμοι επηρεάζουν τις τιμές μέσα από συγκεκριμένους μηχανισμούς. Καταστρέφουν παραγωγικές υποδομές, περιορίζουν εξαγωγές, διαταράσσουν μεταφορές και αυξάνουν την αβεβαιότητα. Οι κυρώσεις, οι εμπορικοί περιορισμοί και η αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών μπορούν επίσης να προσθέσουν κόστος.

Η ενέργεια έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συμμετέχει σχεδόν σε κάθε στάδιο της οικονομικής δραστηριότητας. Η αύξηση της τιμής του φυσικού αερίου ή του πετρελαίου δεν αφορά μόνο τη θέρμανση και το αυτοκίνητο. Επηρεάζει την παραγωγή λιπασμάτων, τη λειτουργία εργοστασίων, τα θερμοκήπια, την ψύξη τροφίμων και τη μεταφορά εμπορευμάτων. Έτσι, ένα ενεργειακό σοκ μπορεί σταδιακά να περάσει σε μεγάλο μέρος του καταναλωτικού καλαθιού.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάδοσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το σοκ στις πρώτες ύλες μετά την έναρξη του πολέμου επιτάχυνε τον πληθωρισμό το 2022. Ωστόσο, επισημαίνει επίσης ότι η εξέλιξη των τιμών στα επόμενα χρόνια δεν εξηγείται αποκλειστικά από τις εισαγωγές ενέργειας: καθοριστικό ρόλο έχουν και οι εγχώριες αμοιβές και τα κέρδη.

Αντίστοιχα, η ανασφάλεια σε σημαντικές θαλάσσιες διαδρομές μπορεί να αναγκάσει τα πλοία να ακολουθούν μεγαλύτερες αποστάσεις, να αυξήσει τα ασφάλιστρα και να καθυστερήσει παραδόσεις. Μια γεωπολιτική σύγκρουση δεν χρειάζεται να βρίσκεται κοντά στην Ελλάδα για να επηρεάσει την ελληνική αγορά.

Η αλληλεξάρτηση σημαίνει ακριβώς αυτό: η γεωγραφική απόσταση δεν εξασφαλίζει οικονομική προστασία.

Η παγκοσμιοποίηση μειώνει το κόστος, αλλά μεταδίδει τις κρίσεις

Θα ήταν, ωστόσο, ανακριβές να θεωρήσουμε ότι η παγκοσμιοποίηση προκαλεί από μόνη της την ακρίβεια. Το διεθνές εμπόριο διεύρυνε την προσφορά, επέτρεψε μεγαλύτερη εξειδίκευση και ενίσχυσε τον ανταγωνισμό, συμβάλλοντας στη μείωση του κόστους πολλών προϊόντων.

Ταυτόχρονα, δημιούργησε αλυσίδες παραγωγής που εξαρτώνται από πολλούς προμηθευτές, χώρες και μεταφορικούς κόμβους. Μια επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί στην Ελλάδα, αλλά να χρειάζεται εισαγόμενα καύσιμα, μηχανήματα, ζωοτροφές, συσκευασίες ή εξαρτήματα. Συνεπώς, ακόμη και η εγχώρια παραγωγή δεν είναι απαραίτητα απομονωμένη από τις διεθνείς ανατιμήσεις.

Η απόλυτη αυτάρκεια θα ήταν εξαιρετικά δαπανηρή και, σε πολλές περιπτώσεις, ανέφικτη. Η επιδίωξη πρέπει να είναι πιο συγκεκριμένη: διαφοροποίηση προμηθευτών, περιορισμός κρίσιμων εξαρτήσεων, επαρκείς υποδομές και ενίσχυση της παραγωγής εκεί όπου υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες.

Μια οικονομία γίνεται ανθεκτικότερη όταν μπορεί να προσαρμόζεται χωρίς κάθε διεθνής αναταραχή να μετατρέπεται σε εσωτερική κρίση.

Γιατί η ίδια ανατίμηση δεν πλήττει όλους το ίδιο

Η κοινή ευρωπαϊκή πίεση δεν δημιουργεί ομοιόμορφο κοινωνικό αποτέλεσμα. Η επιβάρυνση εξαρτάται από το ύψος των μισθών, τη φορολογία, το κόστος στέγασης, τις δημόσιες υπηρεσίες και τη σύνθεση των δαπανών κάθε νοικοκυριού.

Τα χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους σε βασικές ανάγκες. Δεν μπορούν εύκολα να μειώσουν την κατανάλωση τροφίμων, τη θέρμανση ή τις μετακινήσεις προς την εργασία. Έχουν επίσης μικρότερο περιθώριο αποταμίευσης, ώστε να απορροφήσουν μια έκτακτη επιβάρυνση.

Γι’ αυτό ο μέσος πληθωρισμός δεν αποτυπώνει πλήρως την εμπειρία κάθε κοινωνικής ομάδας. Ένα νοικοκυριό με υψηλό ενοίκιο και χαμηλό μισθό μπορεί να πιέζεται πολύ περισσότερο από ένα άλλο που διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία και μεγαλύτερο εισόδημα, ακόμη κι αν ζουν στην ίδια χώρα.

Οι συγκρίσεις τιμών μεταξύ χωρών χρειάζονται επίσης προσοχή. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο κοστίζει ένα προϊόν. Χρειάζεται να γνωρίζουμε πόση εργασία απαιτείται για να αγοραστεί.

Οι διεθνείς αιτίες δεν απαλλάσσουν την εγχώρια αγορά από τον έλεγχο

Η διεθνής προέλευση μιας ανατίμησης δεν αποδεικνύει ότι κάθε αύξηση στην τελική τιμή είναι δικαιολογημένη. Μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή μεσολαβούν προμηθευτές, μεταφορείς, χονδρέμποροι και λιανέμποροι. Σε κάθε στάδιο διαμορφώνονται κόστη και περιθώρια κέρδους.

Όταν ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος, μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα μετακύλισης των αυξήσεων στον καταναλωτή ή καθυστέρησης της μείωσης των τιμών όταν υποχωρούν τα κόστη. Όμως η διαπίστωση υψηλών τιμών δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη καρτέλ ή παράνομης πρακτικής. Χρειάζονται στοιχεία για το κόστος, τις συμβάσεις, τα περιθώρια και τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων.

Η ΕΚΤ έχει εξετάσει τη συμβολή των κερδών στις πληθωριστικές πιέσεις και έχει επισημάνει ότι, σε περιβάλλον γενικευμένων ανατιμήσεων, ο καταναλωτής δυσκολεύεται να διακρίνει αν μια αύξηση προέρχεται από μεγαλύτερο κόστος ή από μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους. Αυτό ενισχύει την ανάγκη ελέγχου, χωρίς να δικαιολογεί συλλήβδην κατηγορίες κατά όλων των επιχειρήσεων.

Η σοβαρή πολιτική οφείλει επομένως να εντοπίζει συγκεκριμένες στρεβλώσεις και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά.

Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση – και ποιο είναι το κόστος

Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να καθορίσει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου ούτε να τερματίσει μόνη της έναν πόλεμο. Μπορεί, όμως, να επηρεάσει τη φορολογία, τον ανταγωνισμό, την κοινωνική προστασία, τις υποδομές και τις συνθήκες παραγωγής.

Τα μέτρα αυτά έχουν διαφορετικά αποτελέσματα και διαφορετικό χρονικό ορίζοντα.

Η μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, εφόσον μεταφερθεί στην τελική τιμή. Αυτό δεν είναι αυτόματο. Απαιτεί παρακολούθηση και επαρκή ανταγωνισμό, ενώ συνεπάγεται απώλεια δημόσιων εσόδων που πρέπει να καλυφθεί.

Τα επιδόματα μπορούν να προστατεύσουν άμεσα τα ευάλωτα νοικοκυριά. Δεν διορθώνουν, όμως, από μόνα τους τις αιτίες της ακρίβειας. Οι γενικευμένες επιδοτήσεις είναι ακριβότερες, ωφελούν και όσους δεν έχουν ανάγκη και ενδέχεται να διατηρούν τη ζήτηση σε αγορές όπου η προσφορά παραμένει περιορισμένη. Η ΕΚΤ υποστηρίζει γι’ αυτό ότι η στήριξη απέναντι στα ενεργειακά σοκ πρέπει να είναι προσωρινή, στοχευμένη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες.

Τα πλαφόν μπορούν, σε ορισμένες έκτακτες συνθήκες, να περιορίσουν επιβαρύνσεις. Αν όμως οριστούν χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό κόστος προμήθειας και παραγωγής, υπάρχει κίνδυνος ελλείψεων, απόσυρσης προϊόντων ή μεταφοράς του κόστους στον προϋπολογισμό.

Η αύξηση των εισοδημάτων είναι απαραίτητη για την ανάκτηση της αγοραστικής δύναμης. Δεν αποτελεί αυτομάτως πληθωριστική απειλή. Η επίδρασή της εξαρτάται από την παραγωγικότητα, τη ζήτηση και το κατά πόσο οι επιχειρήσεις μπορούν να απορροφήσουν μέρος του κόστους. Χρειάζεται επομένως εξέταση και των μισθών και των κερδών, αντί να αντιμετωπίζεται κάθε μισθολογική διεκδίκηση ως αιτία ανατιμήσεων.

Οι πιο μόνιμες παρεμβάσεις –ενεργειακή εξοικονόμηση, δίκτυα, αποθήκευση, παραγωγικές επενδύσεις, καλύτερες μεταφορές και στεγαστική πολιτική– χρειάζονται χρόνο. Ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να ξεκινούν πριν από την επόμενη κρίση.

Τα όρια της νομισματικής πολιτικής

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπορεί να περιορίσει τον πληθωρισμό μέσω των επιτοκίων, επηρεάζοντας τον δανεισμό, την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Δεν μπορεί, όμως, να παράγει περισσότερο φυσικό αέριο ή να αποκαταστήσει μια κατεστραμμένη σοδειά.

Όταν οι ανατιμήσεις προέρχονται από περιορισμό της προσφοράς, εμφανίζεται ένα δύσκολο δίλημμα. Η αύξηση των επιτοκίων μπορεί να εμποδίσει τη διάχυση του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει δανειολήπτες και επιχειρήσεις και μπορεί να αποδυναμώσει την οικονομική δραστηριότητα.

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί συνεπώς συντονισμό. Αν η νομισματική πολιτική περιορίζει τη ζήτηση και η δημοσιονομική πολιτική την ενισχύει αδιακρίτως, οι δύο παρεμβάσεις μπορεί να λειτουργούν η μία εναντίον της άλλης.

Πώς κρίνονται οι πολιτικές υποσχέσεις

Δεν έχουν όλοι οι πολιτικοί τις ίδιες προτάσεις ούτε όλες οι προτάσεις την ίδια αξία. Ωστόσο, η παρουσίαση της ακρίβειας ως προβλήματος που λύνεται άμεσα με μία απόφαση συσκοτίζει τις πραγματικές επιλογές.

Κάθε υπόσχεση πρέπει να απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα: Ποια αιτία αντιμετωπίζει; Ποιους ωφελεί; Πόσο κοστίζει και πώς χρηματοδοτείται; Πότε θα αποδώσει; Με ποιον τρόπο θα ελεγχθεί το αποτέλεσμά της;

Το «θα μειώσουμε τις τιμές» δεν είναι ολοκληρωμένο σχέδιο. Το ίδιο ισχύει για το «όλα οφείλονται στο εξωτερικό». Η πρώτη διατύπωση υπερεκτιμά τις δυνατότητες της εθνικής πολιτικής. Η δεύτερη υποτιμά τις ευθύνες της.

Η ακρίβεια είναι τελικά και ζήτημα κατανομής του βάρους

Όταν μια οικονομία πληρώνει ακριβότερα την εισαγόμενη ενέργεια, ένα μέρος του εισοδήματός της μεταφέρεται προς τους προμηθευτές του εξωτερικού. Το κράτος μπορεί να ανακατανείμει την επιβάρυνση, να την απορροφήσει προσωρινά μέσω του προϋπολογισμού και να περιορίσει μελλοντικές εξαρτήσεις. Δεν μπορεί να εξαφανίσει με μια διοικητική απόφαση το πραγματικό κόστος.

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πολιτικής ευθύνης: ποιος θα επωμιστεί περισσότερο αυτή την απώλεια; Ο χαμηλόμισθος, ο συνταξιούχος, η μικρή επιχείρηση, ο φορολογούμενος ή εκείνοι που διαθέτουν μεγαλύτερη οικονομική αντοχή;

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι σύνθετη, αλλά η πολυπλοκότητα δεν δικαιολογεί την αδράνεια. Μια σοβαρή πολιτική χρειάζεται άμεση προστασία όσων πιέζονται, τεκμηριωμένο έλεγχο των αγορών και μακροπρόθεσμη μείωση των εξαρτήσεων. Κ

αι χρειάζεται ειλικρίνεια: σαφή αναγνώριση όσων μπορεί να επιτύχει, του χρόνου που απαιτείται και του κόστους που συνεπάγεται.

https://www.timesnews.gr/i-akriveia-se-enan-allilexartomeno-kosmo/

Οικονομική ανασφάλεια: Πώς γίνεται δύναμη του λαϊκισμού

 Ο φόβος για το μέλλον, η αίσθηση αδικίας και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς επηρεάζουν την ψήφο – και θέτουν τη δημοκρατία μπροστά στην ανάγκη ουσιαστικών απαντήσεων.

 


Διεθνείς έρευνες δείχνουν ότι η οικονομική ανασφάλεια αυξάνει την πιθανότητα ψήφου σε λαϊκιστικά κόμματα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ευρωπαίων πολιτών που αξιολογούν αρνητικά την οικονομική τους κατάσταση επιλέγουν λαϊκιστικά/ακροδεξιά κόμματα.

Η οικονομική ανασφάλεια, ωστόσο, μπορεί να ενισχύσει τον λαϊκισμό, αλλά δεν καθορίζει από μόνη της την ψήφο. Το κρίσιμο είναι πότε ο φόβος για το εισόδημα, την εργασία και το μέλλον μετατρέπεται σε πεποίθηση ότι οι υπάρχοντες θεσμοί αδιαφορούν και ότι μόνο ένας ηγέτης που υπόσχεται ρήξη μπορεί να προστατεύσει τον πολίτη. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί, επομένως, οικονομική προστασία, δίκαιους θεσμούς και ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση.

Χρειάζεται, όμως, μια αρχική διάκριση: λαϊκισμός, ακροδεξιά και προσωποπαγής πολιτική οργάνωση δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.

Ο λαϊκισμός στηρίζεται στην αντιπαράθεση ενός υποτιθέμενου ενιαίου και ενάρετου «λαού» με μια συλλήβδην διεφθαρμένη «ελίτ». Η ακροδεξιά προσθέτει ιδιαίτερα στοιχεία εθνικισμού, αποκλεισμού και αυταρχισμού. Η προσωποπαγής οργάνωση αφορά την εξάρτηση ενός κόμματος από τον αρχηγό του και μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους.

Τι τεκμηριώνουν οι έρευνες

Μια σημαντική μετα-ανάλυση των Scheiring και συνεργατών, δημοσιευμένη το 2024 στο British Journal of Political Sciencei, συνέθεσε 36 μελέτες για την αιτιώδη σχέση οικονομικής ανασφάλειας και λαϊκισμού. Βρήκε ισχυρή ένδειξη ότι οι οικονομικές αναταράξεις συμβάλλουν στην ενίσχυσή του. Η σχέση παρέμενε σημαντική ακόμη και μετά τη διόρθωση για τη μεροληψία δημοσίευσης – την τάση να δημοσιεύονται ευκολότερα έρευνες με θετικά, στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα. Η εκτίμηση ότι η οικονομική ανασφάλεια εξηγεί περίπου το ένα τρίτο ορισμένων πρόσφατων αυξήσεων του λαϊκισμού αποτελεί επαναλαμβανόμενο εύρημα των μελετών, όχι καθολικό ποσοστό για κάθε χώρα και εκλογή.

Υπάρχουν επίσης χαρακτηριστικά εκλογικά δεδομένα. Ανάλυση του Friedrich-Ebert-Stiftungii, βασισμένη στο exit poll της Infratest dimap για τις γερμανικές εκλογές του 2025, αναφέρει ότι η AfD συγκέντρωσε 39% μεταξύ όσων αξιολογούσαν την προσωπική οικονομική τους κατάσταση ως μάλλον κακή ή κακή, αυξάνοντας την υποστήριξή της στην ομάδα αυτή κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για ισχυρή συσχέτιση, η οποία, από μόνη της, δεν αποδεικνύει ποιο ήταν το αποφασιστικό κίνητρο κάθε ψηφοφόρου.

Πρέπει μάλιστα να προσέχουμε τη διατύπωση: άλλο είναι να λέμε ότι ένα κόμμα έχει αυξημένη υποστήριξη μεταξύ των οικονομικά ανασφαλών και άλλο ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι του είναι οικονομικά ανασφαλείς. Πρόκειται για διαφορετικές ερωτήσεις. Επίσης, μια έρευνα που καταγράφει ταυτόχρονα οικονομική απαισιοδοξία και κομματική προτίμηση δεν αποκλείει την αντίστροφη επίδραση: η ήδη διαμορφωμένη πολιτική ταυτότητα μπορεί να επηρεάζει το πόσο αρνητικά αξιολογεί κάποιος την οικονομία.

Η ανασφάλεια είναι ευρύτερη από τη φτώχεια

Η φτώχεια αφορά την ανεπάρκεια πόρων. Η ανασφάλεια αφορά επιπλέον την αδυναμία πρόβλεψης και ελέγχου της ζωής.

Ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει σήμερα αξιοπρεπές εισόδημα, αλλά να φοβάται ότι η επιχείρησή του θα κλείσει. Ένας μικροεπαγγελματίας μπορεί να αντέχει οικονομικά, αλλά να αισθάνεται ότι μία ασθένεια ή μία αύξηση κόστους αρκεί για να καταρρεύσει. Ένας νέος μπορεί να εργάζεται και παρ’ όλα αυτά να μην μπορεί να αποκτήσει ανεξάρτητη κατοικία. Ένας γονιός μπορεί να βλέπει τα παιδιά του να έχουν λιγότερες δυνατότητες από όσες είχε ο ίδιος.

Στην έρευνα εμπιστοσύνης του ΟΟΣΑ του 2024iii, με στοιχεία του 2023, η εμπιστοσύνη στην εθνική κυβέρνηση ήταν 35% μεταξύ όσων ανησυχούσαν για το οικονομικό τους μέλλον, έναντι 52% μεταξύ όσων είχαν λιγότερες οικονομικές ανησυχίες. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει επίσης ότι, σε πολλές χώρες, η υποκειμενική οικονομική ευαλωτότητα συνδέεται ισχυρότερα με τη χαμηλή θεσμική εμπιστοσύνη από ό,τι το ίδιο το επίπεδο εισοδήματος. Πρόκειται για συσχετίσεις, όχι για απόδειξη ότι η ανασφάλεια εξηγεί κάθε περίπτωση δυσπιστίας.

Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί η ανακοίνωση καλών μακροοικονομικών αποτελεσμάτων μπορεί να έχει περιορισμένη πολιτική απήχηση. Η αύξηση του ΑΕΠ δεν απαντά αυτομάτως στην ερώτηση: «Μπορώ να πληρώσω το ενοίκιο, να αντιμετωπίσω μια ασθένεια και να σχεδιάσω τη ζωή μου;».

Η πολιτική αξιοπιστία δοκιμάζεται στη σύνδεση ανάμεσα στη συνολική πρόοδο και στην καθημερινή ασφάλεια.

Πώς ο οικονομικός φόβος γίνεται πολιτική δυσαρέσκεια

Ως ερμηνευτική σύνθεση των ευρημάτων, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κρίσιμες μεταβολές.

Η πρώτη είναι η απώλεια εμπιστοσύνης στην αποτελεσματικότητα της πολιτικής. Όταν οι κυβερνήσεις αλλάζουν αλλά η επισφάλεια παραμένει, ο πολίτης μπορεί να συμπεράνει ότι οι διαφορές των κομμάτων έχουν μικρή σημασία. Η απογοήτευση παύει τότε να αφορά μια συγκεκριμένη απόφαση και επεκτείνεται στο σύστημα εκπροσώπησης.

Η δεύτερη είναι η αίσθηση άνισης μεταχείρισης. Η δυσκολία γίνεται πολιτικά οξύτερη όταν θεωρείται ότι οι θυσίες κατανέμονται άδικα: ότι κάποιοι προστατεύονται, φοροδιαφεύγουν ή απολαμβάνουν προνομιακή πρόσβαση, ενώ άλλοι επωμίζονται συνεχώς το κόστος. Σε αυτή την περίπτωση, το αίτημα αφορά και την αξιοπρέπεια: «Γιατί οι κανόνες ισχύουν διαφορετικά για εμένα;».

Η τρίτη είναι η αναζήτηση μιας κατανοητής εξήγησης και ενός προστάτη. Ο λαϊκιστικός λόγος προσφέρει συχνά μια απλή αφήγηση: υπάρχει ένας σαφής υπαίτιος, ένας ηγέτης που γνωρίζει την αλήθεια και μια αποφασιστική πράξη που θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη. Η ελκυστικότητά του βρίσκεται στην υπόσχεση ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει ξανά κατανοητός και ελέγξιμος.

Εδώ εμφανίζεται και ο κίνδυνος: ένα πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική ενοχοποίηση μεταναστών, μειονοτήτων, πολιτικών αντιπάλων ή θεσμών. Η αναγνώριση της πραγματικής δυσκολίας δεν συνεπάγεται αποδοχή της εξήγησης που δίνεται γι’ αυτήν.

Γιατί η δυσαρέσκεια δεν οδηγεί όλους προς την ίδια κατεύθυνση

Η οικονομική ανασφάλεια μπορεί να οδηγήσει σε αίτημα αναδιανομής, εθνικής προστασίας, αλλαγής κυβέρνησης, σε αποχή ή σε διαφορετικές μορφές διαμαρτυρίας. Η κατεύθυνση εξαρτάται από τις προηγούμενες πεποιθήσεις, τις κοινωνικές σχέσεις και τις πολιτικές επιλογές που είναι διαθέσιμες.

Επομένως, η οικονομία και η πολιτική ταυτότητα αλληλεπιδρούν. Η ίδια απώλεια εργασίας μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα ανεπαρκούς κοινωνικής προστασίας, κακής κυβερνητικής πολιτικής, τεχνολογικής αλλαγής ή ανταγωνισμού από άλλες κοινωνικές ομάδες. Οι πολιτικές δυνάμεις ανταγωνίζονται και για το ποια ερμηνεία θα επικρατήσει.

Υπάρχει επιπλέον ένας λιγότερο εμφανής μηχανισμός: η αποχή. Οι Guiso, Herrera, Morelli και Sonno, σε μελέτη του 2024 στο Economicaiv, βρίσκουν ότι η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζει τόσο την κομματική επιλογή όσο και τη συμμετοχή στις εκλογές. Στο δικό τους υπόδειγμα, σχεδόν 40% της εκτιμώμενης μεταβολής της λαϊκιστικής ψήφου μεταξύ όσων ψηφίζουν συνδέεται με τον μηχανισμό συμμετοχής. Οι ίδιοι αναγνωρίζουν περιορισμούς στην πλήρη αιτιώδη ταυτοποίηση της σχέσης.

Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του ποσοστού ενός κόμματος μπορεί να προκύπτει και επειδή αποσύρονται απογοητευμένοι ψηφοφόροι άλλων κομμάτων. Η δημοκρατική αποδυνάμωση μπορεί να εκδηλώνεται τόσο με μια ψήφο ρήξης όσο και με την εγκατάλειψη της κάλπης.

Τι μπορεί να αντιμετωπίσει το φαινόμενο

Από τα δεδομένα προκύπτουν ορισμένες κατευθύνσεις. Δεν αποτελούν εγγυημένη συνταγή εκλογικών αποτελεσμάτων· αποτελούν πολιτικές προτάσεις που απαντούν στους μηχανισμούς της ανασφάλειας και της δυσπιστίας.

1. Σταθερή προστασία απέναντι σε συγκεκριμένους κινδύνους.

Η κοινωνική πολιτική χρειάζεται να επιτρέπει στον πολίτη να γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα συμβεί αν χάσει τη δουλειά του, αρρωστήσει ή αδυνατεί να καλύψει βασικές ανάγκες. Προβλέψιμη ασφάλιση ανεργίας, λειτουργική δημόσια υγεία και αποτελεσματική στήριξη στην επανένταξη στην εργασία έχουν διαφορετική σημασία από μια περιστασιακή παροχή.

Μελέτη των Foster και Friedenv, δημοσιευμένη το 2026 για 16 δυτικοευρωπαϊκές χώρες, βρίσκει ότι η γενναιότερη προστασία εισοδήματος στην ανεργία συνδέεται με χαμηλότερη υποστήριξη λαϊκιστικών κομμάτων. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η ανάλυσή τους είναι συσχετιστική και δεν επιτρέπει ισχυρούς αιτιώδεις ισχυρισμούς. Σημαντικό είναι επίσης ότι δεν βρίσκουν αντίστοιχη προστατευτική σχέση για τις συνολικές κοινωνικές δαπάνες γενικά. Άρα, έχει σημασία ποιος κίνδυνος καλύπτεται και με ποιον τρόπο, όχι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται.

2. Βελτίωση της πραγματικής δυνατότητας να σχεδιάζει κάποιος τη ζωή του.

Η εργασία πρέπει να εξετάζεται ως προς τον μισθό, τη σταθερότητα, το ωράριο και την προοπτική της. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση της στεγαστικής πίεσης χρειάζεται να συνδυάζει άμεση προστασία με αύξηση της προσφοράς κατάλληλης κατοικίας. Η κατάρτιση αποκτά αξία όταν συνδέεται με πραγματικές θέσεις εργασίας.

Οι παρεμβάσεις αυτές χρειάζονται χρηματοδότηση, προτεραιότητες και αξιολόγηση. Μια πολιτική που υπόσχεται τα πάντα χωρίς να εξηγεί το κόστος της μπορεί να δημιουργήσει τον επόμενο κύκλο απογοήτευσης.

3. Δικαιοσύνη που γίνεται αντιληπτή στην πράξη.

Η καταπολέμηση της διαφθοράς, οι διαφανείς δημόσιες συμβάσεις, η συνεπής φορολογική εφαρμογή και η λογοδοσία έχουν άμεση σχέση με την αξιοπιστία της κοινωνικής πολιτικής.

Όταν ο πολίτης βλέπει προνομιακές εξαιρέσεις, δυσπιστεί και απέναντι σε εύλογες μεταρρυθμίσεις. Αντίθετα, η ισότιμη εφαρμογή των κανόνων κάνει πιο πειστική μια δύσκολη απόφαση. Η επίκληση της «αναγκαιότητας» δεν αρκεί χωρίς εξήγηση της κατανομής του κόστους.

4. Πολιτική φωνή με ορατό αποτέλεσμα.

Στην έρευνα του ΟΟΣΑ του 2024, 69% όσων αισθάνονταν ότι έχουν λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις εξέφραζαν υψηλή ή σχετικά υψηλή εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, έναντι 22% όσων θεωρούσαν ότι δεν έχουν λόγο. Η συσχέτιση δεν αποδεικνύει ότι μια διαδικασία συμμετοχής θα αυξήσει αυτομάτως την εμπιστοσύνη· δείχνει, όμως, πόσο κεντρικό είναι το αίσθημα πολιτικής επιρροής.

Χρειάζονται, επομένως, διαβουλεύσεις στις οποίες οι προτάσεις λαμβάνουν τεκμηριωμένη απάντηση, ουσιαστική τοπική εκπροσώπηση και κόμματα με λειτουργική εσωτερική δημοκρατία. Η συμμετοχή χάνει την αξία της όταν καλείται ο πολίτης να μιλήσει για αποφάσεις που έχουν ήδη οριστικοποιηθεί.

5. Συγκεκριμένος δημόσιος έλεγχος των υποσχέσεων.

Ο χαρακτηρισμός «λαϊκιστής» έχει περιορισμένη αναλυτική αξία όταν χρησιμοποιείται ως γενική αποδοκιμασία. Πολύ αποτελεσματικότερος είναι ο έλεγχος μιας πρότασης: τι προβλέπει, ποιος ωφελείται, ποιος πληρώνει, πώς εφαρμόζεται και τι συνέπειες έχει για τα δικαιώματα και τους θεσμούς.

Αυτός ο έλεγχος πρέπει να εφαρμόζεται και στην κυβέρνηση. Αν η αυστηρότητα αφορά μόνο την αντιπολίτευση, η κριτική χάνει την αξιοπιστία της. Αντίστοιχα, η ατεκμηρίωτη καταστροφολογία της αντιπολίτευσης χρειάζεται έλεγχο με στοιχεία και συγκεκριμένα αντεπιχειρήματα.

Η ελληνική διάσταση και το ουσιαστικό ζητούμενο

Για την Ελλάδα, θα είχε ιδιαίτερη αξία μια έρευνα που θα συνδύαζε εισόδημα, στεγαστική επιβάρυνση, εργασιακή επισφάλεια, φόβο οικονομικής επιδείνωσης, θεσμική εμπιστοσύνη, προηγούμενη ψήφο και πρόθεση συμμετοχής. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αν η υποστήριξη ενός προσώπου ή κόμματος εκφράζει κοινωνικό αίτημα, ιδεολογική συμφωνία, προσωπική εμπιστοσύνη ή κυρίως τιμωρητική διάθεση.

Ο δημοκρατικός στόχος, πάντως, δεν μπορεί να είναι να αποτραπεί η ψήφος σε συγκεκριμένα κόμματα ούτε να εξασφαλιστεί η παραμονή μιας κυβέρνησης. Είναι να μπορούν οι πολίτες να επιλέγουν με πραγματικές εναλλακτικές, αξιόπιστη πληροφόρηση και μικρότερη εξάρτηση από τον φόβο και τις υποσχέσεις προσωπικής σωτηρίας.

Η πιο ουσιαστική απάντηση στον λαϊκισμό είναι μια δημοκρατία που προσφέρει προστασία, εφαρμόζει δίκαιους κανόνες και επιτρέπει αποτελεσματικό έλεγχο της εξουσίας. Ακόμη και μια τέτοια δημοκρατία θα έχει συγκρούσεις, δυσαρέσκεια και έντονη αντιπολίτευση. Η διαφορά είναι ότι ο πολίτης θα μπορεί να διεκδικεί αλλαγές χωρίς να αισθάνεται πως πρέπει πρώτα να απαξιώσει ολόκληρο το σύστημα για να ακουστεί.

Αναφορές

iThe Populist Backlash Against Globalization: A Meta-Analysis of the Causal Evidence

iihttps://collections.fes.de/publikationen/content/pagetext/1597870?utm_source=chatgpt.com

iiiOECD Survey on Drivers of Trust in Public Institutions – 2024 Results

iv Economic insecurity and the demand for populism in Europe

v Compensation, austerity and populism: Labor market spending and voting in 16 Western European countries

https://www.timesnews.gr/oikonomiki-anasfaleia-pos-ginetai-dynami-toy-laikismoy/

 

Thursday, October 1, 2026

Όταν η ενημέρωση γίνεται πραμάτεια

Η εμπορική λειτουργία των μέσων ενημέρωσης δεν καταργεί τον ελεγκτικό τους ρόλο. Τον καθιστά, όμως, λιγότερο πειστικό όταν οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι αποφεύγουν να ελέγξουν τις δικές τους πρακτικές.



Στο προηγούμενο άρθρο μας μιλήσαμε για τη σχέση των μέσων ενημέρωσης με την πολιτική εξουσία. Η σχέση αυτή, ωστόσο, δεν εξαντλείται στο ερώτημα ποιο μέσο στηρίζει ποιο κόμμα ή ποια κυβέρνηση επικρίνει. Υπάρχει και μια άλλη εξουσία, λιγότερο εμφανής στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση: η εξουσία της αγοράς πάνω στην ίδια την επιλογή, την παρουσίαση και την αξία της είδησης.

Τα μέσα ενημέρωσης έχουν έξοδα, εργαζομένους και ανάγκη εσόδων. Θα ήταν αφελές να ζητήσουμε από τη δημοσιογραφία να λειτουργεί έξω από τις οικονομικές συνθήκες της εποχής της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι άλλο: τι συμβαίνει όταν η ανάγκη να προσελκύσει κοινό και διαφημίσεις αρχίζει να καθορίζει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται ένα μέσο, αλλά και το τι θεωρεί άξιο να ειπωθεί;

Τότε η είδηση κινδυνεύει να υποχωρήσει μπροστά στο θέαμα. Η ένταση ανταμείβεται περισσότερο από την τεκμηρίωση, η πρόκληση περισσότερο από την εξήγηση, η συνεχής παρουσία ενός προσώπου περισσότερο από την αξία όσων έχει να πει. Ο δημοσιογράφος καλείται να κρατήσει τον θεατή στην οθόνη ή τον αναγνώστη στη σελίδα. Δεν είναι παράξενο που, μέσα σε αυτή τη λογική, η δημόσια συζήτηση γεμίζει επαναλήψεις, υπερβολές και εύκολες συγκρούσεις, ενώ ζητήματα που απαιτούν χρόνο και έρευνα μένουν στο περιθώριο.

Ανάλογη σύγχυση δημιουργείται όταν το ίδιο πρόσωπο που παρουσιάζει ειδήσεις περνά στην προώθηση προϊόντων, υπηρεσιών ή διαγωνισμών. Η διαφήμιση, όταν δηλώνεται καθαρά ως τέτοια, είναι μέρος της οικονομικής ζωής ενός μέσου. Η δυσκολία αρχίζει όταν δανείζεται το κύρος της ενημέρωσης και την προσωπική εμπιστοσύνη που έχει αποκτήσει ο δημοσιογράφος. Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να ξεχωρίζει πότε κάποιος τον ενημερώνει, πότε διατυπώνει γνώμη και πότε επιχειρεί να του πουλήσει κάτι.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η επίμονη προτροπή προς το κοινό να συμμετέχει σε κληρώσεις ή παιχνίδια με την υπόσχεση ενός μεγάλου κέρδους. Δεν είναι όλες αυτές οι πρακτικές ίδιες, ούτε αρκεί να τις καταδικάσουμε συλλήβδην με μια λέξη. Όταν όμως η εκπομπή καλλιεργεί την προσδοκία ότι περισσότερες συμμετοχές φέρνουν πιο κοντά το έπαθλο, ο παρουσιαστής οφείλει τουλάχιστον να αναρωτηθεί ποια συμπεριφορά ενθαρρύνει και ποιοι άνθρωποι μπορεί να επηρεαστούν περισσότερο.

Εδώ ανακύπτει μια αντίφαση. Οι δημοσιογράφοι διεκδικούν, δικαίως, το δικαίωμα να ελέγχουν την εξουσία. Χωρίς αυτόν τον έλεγχο, η δημοκρατία θα ήταν φτωχότερη. Το δικαίωμα, όμως, δεν τους απαλλάσσει από την υποχρέωση να δέχονται έλεγχο για τις δικές τους επιλογές. Όποιος ζητά διαφάνεια από έναν υπουργό, έναν επιχειρηματία ή έναν δημόσιο οργανισμό, οφείλει να εξηγεί και στο δικό του κοινό πώς διαχωρίζει την ενημέρωση από την εμπορική προώθηση, πώς διορθώνει τα λάθη του και πώς αντιμετωπίζει μια σύγκρουση συμφερόντων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας δημοσιογράφος χάνει το δικαίωμα να αποκαλύψει μια κυβερνητική αυθαιρεσία επειδή εργάζεται σε εμπορικό μέσο. Μια τεκμηριωμένη αποκάλυψη παραμένει τεκμηριωμένη. Σημαίνει, όμως, ότι η αξιοπιστία δεν μπορεί να απαιτείται ως προνόμιο του επαγγέλματος. Κερδίζεται με τον τρόπο άσκησής του.

Η πολιτική εξουσία έχει κάθε λόγο να επιδιώκει ευνοϊκή προβολή. Οι ιδιοκτήτες των μέσων έχουν επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι διαφημιζόμενοι θέλουν πρόσβαση στο κοινό. Και το κοινό, συχνά κουρασμένο από τη διαρκή ένταση, στρέφεται ευκολότερα σε ό,τι προσφέρεται γρήγορα και εντυπωσιακά. Μέσα σε αυτό το πλέγμα, ο δημοσιογράφος δεν δρα σε κενό. Έχει όμως περιθώριο να αντισταθεί στη σύγχυση των ρόλων, να επιμείνει στις αποδείξεις, να θέσει ένα ουσιαστικό ερώτημα εκεί όπου όλοι αναζητούν μια ατάκα.

Δεν ζητούμε, λοιπόν, μια δημοσιογραφία ιεραποστολική. Ζητούμε μια δημοσιογραφία που γνωρίζει τι υπηρετεί όταν ενημερώνει και που δεν θεωρεί αυτονόητη την εμπιστοσύνη του κοινού. Αν τα μέσα θέλουν να ελέγχουν την πολιτική εξουσία με κύρος, πρέπει να μπορούν να κοιτάζουν με την ίδια αυστηρότητα και την εξουσία της αγοράς μέσα στο δικό τους σπίτι.

https://www.timesnews.gr/otan-i-enimerosi-ginetai-pramateia/






Μέσα Ενημέρωσης και Πολιτική

 Ποιος προστατεύει την ελευθερία του Τύπου όταν η ενημέρωση εξαρτάται από την εξουσία, το χρήμα και την προσοχή του κοινού;




Η ελευθεροτυπία είναι όρος της δημοκρατίας. Για να κρίνει ο πολίτης όσους κυβερνούν, πρέπει να μπορεί να μαθαίνει τι αποφασίζουν, ποιοι επηρεάζουν τις αποφάσεις τους και ποιες συνέπειες έχουν αυτές στη ζωή του. Όταν η πολιτεία φιμώνει τον Τύπο, περιορίζει αυτή τη δυνατότητα. Το ίδιο όμως συμβαίνει, με λιγότερο εμφανή τρόπο, όταν μια είδηση αποσιωπάται επειδή ενοχλεί έναν ιδιοκτήτη, έναν διαφημιζόμενο ή έναν πολιτικό σύμμαχο.

Έτσι τίθεται το δύσκολο ερώτημα: αρκεί να είναι ένα μέσο ελεύθερο από κρατικές απαγορεύσεις για να είναι πραγματικά ανεξάρτητο;

Η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα. Μια εφημερίδα ή ένας ενημερωτικός ιστότοπος χρειάζεται πόρους, προσωπικό και αναγνώστες για να επιβιώσει. Ο επιχειρηματίας, επίσης, έχει δικαίωμα να εκδίδει ένα μέσο και να εκφράζει άποψη. Η δυσκολία αρχίζει όταν η ενημέρωση αντιμετωπίζεται κυρίως ως μέσο άσκησης επιρροής ή όταν η δημοσιογραφική κρίση υποχωρεί μπροστά στις άλλες οικονομικές δραστηριότητες του ιδιοκτήτη.

Δεν χρειάζεται πάντοτε να δοθεί ρητή εντολή σε έναν δημοσιογράφο. Αρκεί να γνωρίζει ότι ορισμένα θέματα προκαλούν δυσφορία στη διοίκηση, ότι μια έρευνα μπορεί να θέσει σε κίνδυνο μια διαφημιστική σχέση ή ότι η εξέλιξή του εξαρτάται από την πολιτική «ευθυγράμμισή» του. Η αυτολογοκρισία είναι αποτελεσματική ακριβώς επειδή δεν αφήνει πίσω της απαγορευτικά έγγραφα.

Στην Ελλάδα, αυτή η ανησυχία έχει μετρήσιμη βάση. Το Media Pluralism Monitor 2026 κατατάσσει τη χώρα σε επίπεδο μεσαίου προς υψηλού κινδύνου για την πολυφωνία των μέσων, με συνολική βαθμολογία κινδύνου 64%. Επισημαίνει συγκέντρωση της ιδιοκτησίας, εμπορικές πιέσεις στις συντακτικές ομάδες και εύθραυστη πολιτική ανεξαρτησία. Η βαθμολογία είναι εκτίμηση κινδύνων· δεν σημαίνει ότι όλα τα ελληνικά μέσα λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο ούτε ακυρώνει τη δουλειά των δημοσιογράφων που ερευνούν με επιμονή. Δείχνει όμως ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο σε μεμονωμένες κακές πρακτικές.

Υπάρχει και μια δεύτερη πίεση, πιο ορατή στον αναγνώστη: ο αγώνας για την προσοχή του. Η είδηση που εξηγεί ένα σύνθετο κοινωνικό ζήτημα απαιτεί χρόνο, έρευνα και υπομονή. Ο εξοργιστικός τίτλος, ο φόβος, το σκάνδαλο και η προσωπική σύγκρουση μπορούν να αποφέρουν γρήγορα επισκέψεις και αναπαραγωγές. Όταν η επιβίωση ενός μέσου εξαρτάται έντονα από αυτούς τους αριθμούς, ο πειρασμός είναι διαρκής.

Θα ήταν, ωστόσο, άδικο να κατηγορήσουμε απλώς «τα ένστικτα του πλήθους». Οι πολίτες ενδιαφέρονται και για σοβαρή ενημέρωση, αρκεί να τους προσφέρεται με καθαρότητα και αξιοπιστία. Η ευθύνη της σύνταξης είναι να μη μετατρέπει κάθε ανθρώπινο δράμα σε θέαμα και κάθε πολιτική διαφωνία σε αγώνα κραυγών. Η ευθύνη της πολιτείας είναι να διαμορφώνει συνθήκες όπου η ποιοτική δημοσιογραφία μπορεί να επιβιώσει χωρίς να ζητά προστασία από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Εδώ βρίσκεται ο κρίσιμος πολιτικός ρόλος. Κάθε κυβέρνηση έχει λόγο να επιθυμεί ευνοϊκή κάλυψη· κάθε αντιπολίτευση έχει λόγο να καταγγέλλει τα μέσα που τη δυσκολεύουν και να επικαλείται εκείνα που ενισχύουν τις θέσεις της. Η δημοκρατική δοκιμασία και για τις δύο πλευρές είναι αν υπερασπίζονται την ανεξαρτησία των μέσων ακόμη και όταν η δημοσιογραφία τις ενοχλεί. Μια πολιτική δύναμη που απαιτεί «ελεύθερο Τύπο» μόνο για τους δικούς της δεν υπερασπίζεται την ελευθεροτυπία· διεκδικεί ευνοϊκή μεταχείριση.

Η πολιτική επιρροή των μέσων δεν ασκείται μόνο υπέρ της εξουσίας. Ένας ισχυρός ιδιοκτήτης μπορεί να στρέψει τα μέσα του εναντίον μιας κυβέρνησης, επιδιώκοντας την επικράτηση του κόμματος που υποστηρίζει. Η σκληρή αντιπολίτευση αποτελεί θεμιτό μέρος της δημοκρατίας, ακόμη και όταν ενοχλεί ή χρησιμοποιεί οξύ λόγο. Εκείνο που οφείλουμε να εξετάζουμε είναι αν τα γεγονότα παρουσιάζονται με ακρίβεια, αν ακούγεται η αντίθετη πλευρά και αν η πολιτική επιδίωξη δηλώνεται καθαρά αντί να κρύβεται πίσω από τον μανδύα της ουδέτερης είδησης. Όταν η κριτική μετατρέπεται σε συστηματική διαστρέβλωση ή σε προσωπική σπίλωση, το μέσο παύει να ελέγχει την εξουσία προς όφελος των πολιτών και επιχειρεί να κατευθύνει την κρίση τους προς όφελος μιας άλλης εξουσίας. Η απάντηση είναι περισσότερη διαφάνεια, τεκμηρίωση και λογοδοσία – ποτέ η φίμωση της κριτικής από την κυβέρνηση.

Η πολιτεία οφείλει, λοιπόν, να αντιμετωπίζει τις στρεβλώσεις με κανόνες που ισχύουν για όλους: διαφάνεια για τους πραγματικούς ιδιοκτήτες, έλεγχο της συγκέντρωσης, δημόσια και ελέγξιμα κριτήρια για την κρατική διαφήμιση, προστασία των δημοσιογραφικών πηγών, ανεξάρτητη εποπτεία και ουσιαστική προστασία από καταχρηστικές αγωγές που αποθαρρύνουν την έρευνα. Χρειάζονται επίσης δημόσια μέσα με σταθερή χρηματοδότηση και διοίκηση που δεν εξαρτά τη συντακτική τους γραμμή από την κυβέρνηση.

Αυτή είναι και η κατεύθυνση του ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης, του οποίου οι περισσότερες διατάξεις εφαρμόζονται από τον Αύγουστο του 2025. Περιλαμβάνει προβλέψεις για τη συντακτική ανεξαρτησία, τη διαφάνεια της ιδιοκτησίας και της κρατικής διαφήμισης, την προστασία των πηγών και την εκτίμηση των επιπτώσεων που έχει η συγκέντρωση μέσων στην πολυφωνία. Η αξία αυτών των κανόνων θα κριθεί στην εφαρμογή τους.

Καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν δίνει στο κράτος δικαίωμα να αποφασίζει ποια άποψη είναι «σωστή» ή ποιο μέσο είναι αρκετά «ποιοτικό» για να μιλά. Ο κακός τίτλος, η μεροληπτική γνώμη, ακόμη και η δημοσιογραφική αστοχία αντιμετωπίζονται με κριτική, επανόρθωση, επαγγελματική ευθύνη και δημόσιο αντίλογο. Η κρατική φίμωση ανοίγει έναν πολύ πιο επικίνδυνο δρόμο: παραδίδει στην εξουσία την κρίση για όσα επιτρέπεται να γνωρίζει η κοινωνία.

Γι’ αυτό έχει βάρος η θέση ότι η ελευθεροτυπία, ακόμη και με τις αθλιότητές της, είναι προτιμότερη από τη λογοκρισία. Δεν μας υποχρεώνει όμως να αποδεχθούμε τις αθλιότητες ως αναπόφευκτο τίμημα. Μπορούμε να απαιτήσουμε καλύτερη δημοσιογραφία, πραγματική πολυφωνία και καθαρούς κανόνες για τις σχέσεις πολιτικής, επιχειρήσεων και μέσων.

Πού πάμε, τελικά; Προς μια δημόσια ζωή όπου λίγοι θα ελέγχουν τι φτάνει στους πολλούς, αν επιτρέψουμε στην οικονομική εξάρτηση και στην πολιτική εύνοια να γίνουν ο φυσικός τρόπος λειτουργίας της ενημέρωσης. Υπάρχει όμως και άλλη πορεία. Αρχίζει όταν η πολιτεία αποδέχεται τον έλεγχο αντί να επιζητεί την υποταγή, όταν οι ιδιοκτήτες αφήνουν χώρο στη συντακτική ανεξαρτησία και όταν τα ίδια τα μέσα θυμούνται ότι η εμπιστοσύνη του κοινού χτίζεται με αλήθεια, τεκμηρίωση και σεβασμό.



Όταν η πολιτική κολακεύει τον θυμό

 Η δημαγωγία δεν γεννά πάντοτε τη λαϊκή δυσφορία. Συχνά βρίσκει μια πραγματική δυσφορία και τη μετατρέπει σε μέσο πολιτικής ισχύος.


 

Η αγανάκτηση των πολιτών δεν είναι από μόνη της ένδειξη πλάνης ή φανατισμού. Μπορεί να πηγάζει από την ακρίβεια, την ανασφάλεια, τις ανισότητες, την αίσθηση ότι κανείς δεν ακούει. Μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη οφείλει να εξετάζει αυτές τις αιτίες και να εξηγεί τι μπορεί να αλλάξει, με ποιον τρόπο και με ποιο κόστος. Ο δημαγωγός κάνει κάτι ευκολότερο: αναγνωρίζει τον θυμό, τον ενισχύει και του προσφέρει έναν ένοχο.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη ευτέλεια της πολιτικής τέχνης. Η στιγμιαία αντίδραση του πλήθους αντιμετωπίζεται σαν πλήρης πολιτική κρίση. Ένα σύνθημα παίρνει τη θέση της ανάλυσης· μια υπόσχεση άμεσης λύσης σκεπάζει τις δυσκολίες της εφαρμογής της. Ο πολίτης ακούει αυτό που θα ήθελε να ισχύει, ενώ τα πραγματικά αίτια του προβλήματος μένουν ανέγγιχτα. Όταν, αναπόφευκτα, η υπόσχεση δεν εκπληρώνεται, η απογοήτευση γίνεται πρώτη ύλη για τον επόμενο γύρο δημαγωγίας.

Η κολακεία του φανατισμού λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο. «Εμείς» είμαστε πάντοτε οι έντιμοι, οι αδικημένοι, οι μόνοι που βλέπουμε καθαρά. «Οι άλλοι» είναι συλλήβδην διεφθαρμένοι, επικίνδυνοι ή ανάξιοι να ακουστούν. Αυτή η γλώσσα προσφέρει στον οπαδό μια ευχάριστη βεβαιότητα: δεν χρειάζεται να ελέγξει τα επιχειρήματα της πλευράς του ούτε να παραδεχτεί κάποιο λάθος της. Έτσι, όμως, η πολιτική ταυτότητα παύει να είναι αφορμή συμμετοχής και γίνεται εμπόδιο στην κρίση. Έρευνα για τη συναισθηματική πόλωση έχει βρει ότι οι ισχυρότερες αρνητικές διαθέσεις απέναντι στην αντίπαλη παράταξη συνδέονται με μεγαλύτερη αποδοχή παραπλανητικών πληροφοριών που ευνοούν τη δική μας πλευρά. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε έντονη πολιτική διαφωνία οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα· δείχνει πόσο εύκολα η πίστη σε μια παράταξη μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση μιας πληροφορίας.

Ακόμη πιο διαβρωτική είναι η χρήση κάθε διαθέσιμου μέσου εναντίον του αντιπάλου. Η κριτική αποφάσεων, πράξεων και προγραμμάτων αποτελεί ουσία της δημοκρατίας. Η συκοφαντία και η διαστρέβλωση γεγονότων καταστρέφουν τους όρους αυτής της κριτικής. Ένα πραγματικό συμβάν αποκόπτεται από το πλαίσιό του, μια υπόνοια παρουσιάζεται ως απόδειξη, μια λανθασμένη θέση μετατρέπεται σε τεκμήριο ηθικής εξαχρείωσης. Τότε ο αντίπαλος δεν καλείται να απαντήσει για όσα έκανε ή πρότεινε· καλείται να απολογηθεί για μια εικόνα που κατασκευάστηκε γι’ αυτόν.

Το πρόβλημα ξεπερνά τη ζημιά σε ένα πρόσωπο ή ένα κόμμα. Για να διαφωνούμε πολιτικά, χρειάζεται πρώτα να μπορούμε να αναγνωρίσουμε ορισμένα κοινά γεγονότα. Μπορούμε να διαφωνούμε για τις αιτίες μιας κρίσης ή για την καλύτερη αντιμετώπισή της. Αν όμως ο καθένας δικαιούται να αλλάζει τα ίδια τα γεγονότα ώστε να υπηρετούν το επιχείρημά του, ο δημόσιος διάλογος χάνει το έδαφός του. Η Χάνα Άρεντ είχε επισημάνει ακριβώς αυτή τη διάκριση ανάμεσα στην ελευθερία της πολιτικής γνώμης και στην ανάγκη προστασίας της πραγματικής αλήθειας.

Θα ήταν, πάντως, βολικό να αποδώσουμε τα πάντα στην «ευπιστία της μάζας». Οι πολίτες δεν είναι ένα άμορφο σύνολο αδυναμιών προς εκμετάλλευση. Συχνά έχουν βάσιμους λόγους να δυσπιστούν: υποσχέσεις που αθετήθηκαν, θεσμούς που δεν τους προστάτευσαν, δημόσια συζήτηση που απέφυγε επί χρόνια τα προβλήματά τους. Η δημαγωγία ευδοκιμεί και εκεί όπου η σοβαρή πολιτική έχει αφήσει κενό. Γι’ αυτό δεν αρκεί να καταγγέλλεται η χυδαιότητα του λόγου· πρέπει να αντιμετωπίζονται και οι συνθήκες που του δίνουν απήχηση.

Υπάρχει επίσης ευθύνη στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η δημόσια αντιπαράθεση. Όταν κάθε θέμα παρουσιάζεται ως αναμέτρηση προσώπων, κάθε παραδοχή λάθους ως ήττα και κάθε συμβιβασμός ως προδοσία, η νηφάλια εξήγηση μοιάζει αδύναμη. Ο πολιτικός που υπόσχεται εύκολες απαντήσεις αποκτά πλεονέκτημα απέναντι σε εκείνον που παραδέχεται περιορισμούς. Όμως μια κοινωνία δεν κυβερνιέται με την ένταση μιας στιγμής. Οι αποφάσεις της έχουν συνέπειες που διαρκούν πολύ περισσότερο από το χειροκρότημα που τις υποδέχτηκε.

Το κριτήριο, τελικά, δεν είναι αν ένας πολιτικός μιλά με πάθος. Το πάθος μπορεί να υπηρετεί έναν δίκαιο σκοπό. Το κριτήριο είναι τι κάνει με την εμπιστοσύνη των ανθρώπων: τους βοηθά να κατανοήσουν καλύτερα ένα πρόβλημα ή τους απαλλάσσει από την ανάγκη να το σκεφτούν; Δέχεται να ελεγχθεί με τα ίδια μέτρα που απαιτεί για τους αντιπάλους του; Διορθώνει ένα ψευδές επιχείρημα όταν τον ευνοεί;

Η δημοκρατία χρειάζεται σύγκρουση, αυστηρή αντιπολίτευση και καθαρό πολιτικό λόγο. Χρειάζεται όμως και ένα όριο: ο αντίπαλος να παραμένει συνομιλητής, τα γεγονότα να μην αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμα και η δυσφορία των πολιτών να γίνεται αφετηρία λύσεων, όχι εργαλείο χειραγώγησης. Εκεί δοκιμάζεται η ποιότητα της πολιτικής – και η ευθύνη όλων όσοι μετέχουν στον δημόσιο διάλογο.

Saturday, September 26, 2026

Παιδεία: πέρα από τις κομματικές βεβαιότητες

 Τι δείχνουν οι επιδόσεις των μαθητών, τι σημαίνει στην πράξη ανθρωπιστική παιδεία και ποιες επιλογές αξίζει να κριθούν με βάση το αποτέλεσμα

 


Η παιδεία προσφέρεται για μεγάλες πολιτικές δηλώσεις. Κάθε κόμμα μπορεί να περιγράψει το σχολείο που οραματίζεται· δυσκολότερο είναι να εξηγήσει πώς θα βοηθήσει ένα παιδί που τελειώνει το Δημοτικό χωρίς να κατανοεί καλά όσα διαβάζει, έναν εκπαιδευτικό που χρειάζεται ουσιαστική στήριξη ή μια οικογένεια που πληρώνει φροντιστήριο για να συμπληρώσει τη σχολική εκπαίδευση. Εκεί πρέπει να μεταφερθεί η δημόσια συζήτηση: από την απόδοση προθέσεων στην εξέταση των επιλογών και των συνεπειών τους.

Η άποψη ότι ο «νεοφιλελευθερισμός της Ν.Δ.» δεν της επιτρέπει να ασχοληθεί με το παιδαγωγικό και αξιακό πεδίο του σχολείου διατυπώνει μια πολιτική ερμηνεία. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της απόδειξη. Το επιχείρημα ότι αυτό το πεδίο απουσιάζει πλήρως δεν συμβιβάζεται με την ύπαρξη του προγράμματος «Δράσεις Ενεργού Πολίτη», το οποίο προβλέφθηκε για όλες τις βαθμίδες της σχολικής εκπαίδευσης από το 2024–2025. Το πρόγραμμα δίνει χώρο σε ζητήματα συμμετοχής, συνεργασίας και σχέσης του σχολείου με την κοινότητα.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση έχει επιτύχει μια ουσιαστική ανθρωπιστική παιδεία. Ένα πρόγραμμα μπορεί να υπάρχει στα επίσημα κείμενα και να εφαρμόζεται άνισα ή επιφανειακά στις τάξεις. Η δίκαιη κριτική, λοιπόν, είναι πιο απαιτητική: Πόσο χρόνο έχει ο εκπαιδευτικός; Τι προετοιμασία και υποστήριξη λαμβάνει; Συμμετέχουν πράγματι οι μαθητές ή απλώς ολοκληρώνεται μια ακόμη υποχρεωτική δράση;

Τι μας λένε τα αποτελέσματα

Στην αξιολόγηση PISA του 2022, οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές στην Ελλάδα είχαν επιδόσεις κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες. Πρόκειται για σοβαρή ένδειξη δυσκολιών στη μάθηση, όχι για πλήρη αποτίμηση της αξίας ενός σχολείου ή του έργου των εκπαιδευτικών του. Τα αποτελέσματα απαιτούν διερεύνηση και δράση, χωρίς να μετατρέπονται σε όπλο εναντίον μαθητών και δασκάλων.

Η κοινωνική διάσταση είναι εξίσου κρίσιμη. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του ΟΟΣΑ, το 2022 το ποσοστό των μαθητών με χαμηλές επιδόσεις στα μαθηματικά ήταν 64% μεταξύ των κοινωνικά μειονεκτούντων, έναντι 27% μεταξύ των ευνοημένων. Η προέλευση ενός παιδιού δεν καθορίζει τη μοίρα του. Αυτή η διαφορά, όμως, δείχνει πόση δουλειά έχει να κάνει το σχολείο για να προσφέρει ουσιαστικά ίσες ευκαιρίες.

Υπάρχει και το ζήτημα των πόρων. Στα στοιχεία της Eurostat για το 2023, η δημόσια δαπάνη για την εκπαίδευση αντιστοιχούσε στο 3,3% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 4,7% στην ΕΕ. Το ποσοστό, μόνο του, δεν μας λέει πού ξοδεύεται κάθε ευρώ ούτε εγγυάται ότι μια αύξηση θα βελτιώσει αυτομάτως τη διδασκαλία. Δεν επιτρέπει, πάντως, να συζητούμε για περισσότερες απαιτήσεις από το δημόσιο σχολείο χωρίς να συζητούμε και για τη χρηματοδότησή του.

Τι εννοούμε όταν λέμε «ανθρωπιστική παιδεία»;

Ο όρος χάνει τη δύναμή του όταν χρησιμοποιείται ως έπαινος για «το δικό μας» πρόγραμμα ή ως μομφή για το πρόγραμμα των άλλων. Ανθρωπιστική παιδεία σημαίνει να μπορεί ο μαθητής να διαβάζει προσεκτικά, να διατυπώνει ένα επιχείρημα, να αναγνωρίζει την αξία του άλλου και να διαφωνεί χωρίς να τον απαξιώνει. Σημαίνει επαφή με τη λογοτεχνία, την ιστορία, τις τέχνες και τη φιλοσοφική σκέψη, αλλά και εμπειρία δικαιοσύνης μέσα στην καθημερινή ζωή του σχολείου.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να μετράμε τις ώρες ενός μαθήματος ή τις λέξεις ενός αναλυτικού προγράμματος. Ένα σχολείο που μιλά για δημοκρατία, ενώ δεν ακούει τους μαθητές του, διδάσκει κάτι διαφορετικό από αυτό που γράφει το βιβλίο. Ένα σχολείο που υπόσχεται ίσες ευκαιρίες, ενώ αφήνει συστηματικά πίσω όσους χρειάζονται περισσότερη βοήθεια, στέλνει επίσης ένα αξιακό μήνυμα. Η παιδαγωγική φυσιογνωμία του σχολείου φαίνεται στον τρόπο που λειτουργεί κάθε μέρα.

Ούτε η προετοιμασία για την εργασία είναι αντίπαλος της γενικής μόρφωσης. Οι νέοι χρειάζονται γνώσεις και ικανότητες για να σταθούν επαγγελματικά. Χρειάζονται, ταυτόχρονα, κρίση για να καταλαβαίνουν τον κόσμο στον οποίο θα εργαστούν και θα ζήσουν. Το ερώτημα είναι ποιο σχολείο μπορεί να καλλιεργήσει και τα δύο, χωρίς να περιορίζει το παιδί σε έναν μελλοντικό επαγγελματικό ρόλο.

Πού πρέπει να στραφεί η πολιτική συζήτηση

Πρώτη προτεραιότητα είναι να διαπιστώνεται έγκαιρα ποια παιδιά δυσκολεύονται στην ανάγνωση, στη γραφή και στα μαθηματικά και να προσφέρεται βοήθεια μέσα στο δημόσιο σχολείο. Αν η απάντηση εξαρτάται κυρίως από το εισόδημα και τον διαθέσιμο χρόνο της οικογένειας, οι διαφορές μεγαλώνουν πριν φτάσουν οι μαθητές στις τελικές εξετάσεις.

Δεύτερη είναι η στήριξη των εκπαιδευτικών. Καμία μεταρρύθμιση δεν ζωντανεύει στην τάξη με μια εγκύκλιο. Χρειάζονται χρόνος για συνεργασία, χρήσιμη επιμόρφωση, πρόσβαση σε ειδικούς και δυνατότητα προσαρμογής της διδασκαλίας στις ανάγκες των μαθητών. Η αξιολόγηση μπορεί να έχει νόημα όταν βοηθά να εντοπίζονται δυσκολίες και να βελτιώνεται η πράξη· για να κριθεί, πρέπει να εξετάζεται ο συγκεκριμένος σχεδιασμός και η εφαρμογή της.

Τρίτη είναι μια ειλικρινής συζήτηση για το Λύκειο. Όταν η σχολική ζωή οργανώνεται γύρω από την προετοιμασία για τις Πανελλαδικές, περιορίζεται ο χώρος για ανάγνωση, έρευνα, τέχνη και δημιουργικό διάλογο. Οι εξετάσεις επιτελούν έναν ρόλο στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η επιρροή τους, όμως, στο τι θεωρούν σημαντικό μαθητές, γονείς και σχολεία αξίζει διαρκή έλεγχο.

Τέταρτη είναι η συνέπεια. Κάθε κυβέρνηση δικαιούται να προτείνει αλλαγές και κάθε αντιπολίτευση οφείλει να τις ελέγχει αυστηρά. Το σχολείο, όμως, χρειάζεται στόχους που αντέχουν περισσότερο από έναν εκλογικό κύκλο. Θα ήταν χρήσιμο τα κόμματα να εξηγούν ποια μέτρα θα διατηρούσαν, ποια θα άλλαζαν, με τι κόστος και με ποιον τρόπο θα έκριναν την επιτυχία τους.

Η Ελλάδα δεν στερείται συζητήσεων για την παιδεία. Στερείται συχνά της υπομονής να παρακολουθήσει αν μια εξαγγελία άλλαξε τη ζωή στην τάξη. Αν θέλουμε να δούμε πού πηγαίνουμε, ας αρχίσουμε από εκεί: τι μαθαίνουν τα παιδιά, ποιοι μένουν πίσω, τι βοήθεια λαμβάνουν και τι είδους άνθρωποι μπορούν να γίνουν μέσα από την εμπειρία του σχολείου. Αυτά τα ερωτήματα είναι αρκετά σοβαρά ώστε να μη χωρούν σε ένα κομματικό σύνθημα.

 https://www.timesnews.gr/paideia-pera-apo-tis-kommatikes-vevaiotites/


Γιατί δυσκολευόμαστε να νιώσουμε ότι ανήκουμε στην ίδια κοινωνία;

 Η κομματική διασπορά είναι σύμπτωμα, όχι απόδειξη διάλυσης



Η ερώτηση είναι ουσιαστική, αρκεί να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Μια δημοκρατική κοινωνία δεν χρειάζεται να ψηφίζει ενιαία ούτε να συμφωνεί σε όλα. Η ύπαρξη δεξιών, αριστερών, κεντρώων και άλλων πολιτικών επιλογών είναι φυσιολογική. Το πρόβλημα αρχίζει όταν οι διαφωνίες συνοδεύονται από την πεποίθηση ότι ο άλλος είναι εχθρός, ότι οι θεσμοί υπηρετούν πάντοτε «τους δικούς τους» και ότι κανένας κοινός κανόνας δεν ισχύει για όλους.

Επομένως, αυτό που ονομάζουμε «ψυχική ενότητα» δεν είναι ομοφωνία. Είναι η δυνατότητα να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλον ως συμπολίτη, ακόμη και όταν συγκρουόμαστε πολιτικά. Στην Ελλάδα αυτή η δυνατότητα δοκιμάζεται από μια μακρά ιστορία αντιπαραθέσεων, αλλά και από πολύ σημερινές εμπειρίες αδικίας, ανασφάλειας και δυσπιστίας.

Η ιστορία άφησε βαθιά πολιτικά ίχνη

Οι συγκρούσεις του 20ού αιώνα –ο Εμφύλιος, οι διώξεις, η δικτατορία– δεν καθορίζουν μηχανικά τον σημερινό ψηφοφόρο. Άφησαν, όμως, πολιτικές μνήμες που συχνά μεταφέρθηκαν μέσα στις οικογένειες. Για πολλά χρόνια, η κομματική ταυτότητα δήλωνε κάτι περισσότερο από μια προτίμηση για την οικονομία ή τη διοίκηση: δήλωνε σε ποια πλευρά μιας ιστορικής διαίρεσης ένιωθε ότι ανήκει κάποιος.

Η Μεταπολίτευση έδωσε στη χώρα δημοκρατική σταθερότητα, χωρίς να εξαφανίσει τη συνήθεια να αντιμετωπίζεται η πολιτική ως αναμέτρηση στρατοπέδων. Σε αυτήν προστέθηκαν αργότερα νέες τομές: τα μνημόνια, η σχέση με την Ευρώπη, το μεταναστευτικό, η ταυτότητα και τα δικαιώματα. Δεν χωρίζονται όλοι οι πολίτες με τον ίδιο τρόπο σε κάθε ζήτημα. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί ισχυρό κοινωνικό κράτος και ταυτόχρονα να έχει συντηρητικές απόψεις για άλλα θέματα. Αυτοί οι διαφορετικοί συνδυασμοί πεποιθήσεων εξηγούν μέρος της κομματικής διασποράς.

Η δυσπιστία έχει ισχυρότερη εξηγητική δύναμη από τις ταμπέλες

Τα στοιχεία της ελληνικής έρευνας World Values Survey του 2025 φωτίζουν αυτή τη διάσταση. Το 59,3% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι το πολιτικό σύστημα αφήνει σε ανθρώπους σαν τους ίδιους λίγο ή καθόλου λόγο στις κυβερνητικές αποφάσεις. Μόλις το 14,2% συμφώνησε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άξιοι εμπιστοσύνης. Παράλληλα, εννέα στους δέκα θεωρούν τη δημοκρατία καλό τρόπο διακυβέρνησης. Πρόκειται για ευρήματα έρευνας στάσεων, όχι για αιτιώδη απόδειξη· δείχνουν όμως κάτι κρίσιμο: η απογοήτευση από τον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική μπορεί να συνυπάρχει με ισχυρή προσήλωση στη δημοκρατία.

Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι η προσπάθειά του μετρά λιγότερο από τις γνωριμίες, ότι οι ευθύνες δεν αποδίδονται δίκαια ή ότι δεν ακούγεται παρά μόνο προεκλογικά, δυσκολεύεται να ταυτιστεί με ένα ευρύ πολιτικό σχέδιο. Μπορεί να ψηφίσει από αγανάκτηση, να αναζητήσει μια νέα φωνή, να στηρίξει ένα μικρότερο κόμμα ή να απομακρυνθεί από την κάλπη. Αυτές είναι διαφορετικές αντιδράσεις στην ίδια αίσθηση πολιτικής απόστασης.

Η οικονομική πίεση μετατρέπεται και σε κρίση εκπροσώπησης

Η ακρίβεια δεν ενώνει αυτομάτως όσους την υφίστανται. Ο μισθωτός, ο ελεύθερος επαγγελματίας, ο συνταξιούχος και ο νέος που δυσκολεύεται να βρει κατοικία μπορεί να αντιμετωπίζουν οικονομική πίεση, αλλά να διαφωνούν έντονα για τις αιτίες και τις λύσεις της. Στην ίδια έρευνα, το 77,4% επέλεξε την αντιμετώπιση των αυξήσεων των τιμών ως το πιο επείγον ζήτημα από τον κατάλογο που του παρουσιάστηκε. Η κοινή αγωνία, λοιπόν, υπάρχει· αυτό που λείπει συχνά είναι μια κοινά πειστική απάντηση.

Τα κόμματα καλούνται να μετατρέψουν διάσπαρτες ανάγκες σε εφαρμόσιμες πολιτικές. Όταν υπόσχονται περισσότερα από όσα εξηγούν ή όταν οι εσωτερικές τους διαμάχες κυριαρχούν στη δημόσια εικόνα τους, η σχέση εκπροσώπησης εξασθενεί. Ο ψηφοφόρος δεν αναζητά τότε μόνο πρόγραμμα. Αναζητά και κάποιον που πιστεύει ότι καταλαβαίνει την εμπειρία του.

Δεν είναι όλες οι πολιτικές επιλογές ίδιες

Η διασπορά της ψήφου δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε μια εύκολη εξίσωση όλων των κομμάτων. Άλλο είναι η θεμιτή διαφωνία για τη φορολογία, την κοινωνική πολιτική ή τη μετανάστευση και άλλο η αμφισβήτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων ή η στοχοποίηση ανθρώπων λόγω της ταυτότητάς τους. Ούτε μπορεί κάθε ψηφοφόρος ενός κόμματος να περιγραφεί με ένα ενιαίο ψυχολογικό ή ηθικό χαρακτηριστικό.

Χρειάζεται επίσης προσοχή με τη λέξη «ακροδεξιά»: οι πολιτικοί χώροι έχουν διαφορές μεταξύ τους και η κατάταξή τους απαιτεί εξέταση των θέσεων και της δράσης τους. Η σοβαρή ανάλυση οφείλει να κρίνει καθαρά τις ιδέες, χωρίς να προσβάλλει συλλήβδην τους πολίτες που αναζητούν πολιτική εκπροσώπηση.

Τι θα μπορούσε να μας συνδέσει;

Η κοινωνική συνοχή δεν οικοδομείται με μια γενική έκκληση να «είμαστε όλοι ενωμένοι». Χρειάζεται να μπορεί ο πολίτης να διαπιστώνει στην πράξη ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες ανταποκρίνονται, ότι τα κόμματα λογοδοτούν και ότι η διαφωνία ακούγεται χωρίς να μετατρέπεται σε εχθρότητα. Χρειάζονται επίσης χώροι κοινής δράσης –στον δήμο, στο σχολείο, στους συλλόγους, στην εργασία– όπου άνθρωποι με διαφορετική ψήφο μπορούν να επιλύουν μαζί πραγματικά προβλήματα.

Η Ελλάδα δεν στερείται κοινών ανησυχιών. Στερείται συχνά εμπιστοσύνης ότι αυτές οι ανησυχίες θα αντιμετωπιστούν δίκαια και αποτελεσματικά. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ο πυρήνας του ζητήματος. Η ψυχική ενότητα που αξίζει σε μια δημοκρατία δεν απαιτεί να σβήσουν οι πολιτικές διαφορές. Απαιτεί να μη χαθεί, μέσα από αυτές, η αίσθηση ότι μοιραζόμαστε την ίδια χώρα και έχουμε ίσο δικαίωμα να καθορίσουμε το μέλλον της.

https://www.timesnews.gr/giati-dyskoleyomaste-na-niosoyme-oti-anikoyme-stin-idia-koinonia/


Δημοσκοπήσεις: καθρέφτης της κοινωνίας ή μηχανισμός επιρροής;

Ανάμεσα στην επιστημονική μέτρηση, στην επικοινωνιακή χρήση και στον κίνδυνο χειραγώγησης της κοινής γνώμης


Οι συνεχείς δημοσκοπήσεις θυμίζουν πλέον καθημερινό μετεωρολογικό δελτίο. Ποιος ανεβαίνει, ποιος πέφτει, ποιος «κερδίζει τις εντυπώσεις», ποιος απειλείται, ποιος αντέχει. Η πολιτική ζωή παρουσιάζεται σαν μια αδιάκοπη κούρσα αριθμών, στην οποία κάθε μεταβολή –ακόμη και της μίας ποσοστιαίας μονάδας– αποκτά δραματικό χαρακτήρα. Έτσι, όμως, ένα χρήσιμο εργαλείο κοινωνικής και πολιτικής έρευνας κινδυνεύει να μετατραπεί σε θέαμα, σε όπλο επικοινωνίας ή ακόμη και σε μέσο διαμόρφωσης της πραγματικότητας που υποτίθεται ότι απλώς καταγράφει.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρχουν δημοσκοπήσεις. Ασφαλώς και πρέπει. Σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι πολύτιμο να γνωρίζουμε τις διαθέσεις, τις ανησυχίες, τις προτεραιότητες και τις πολιτικές προτιμήσεις των πολιτών. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: με ποιες προϋποθέσεις μια δημοσκόπηση είναι αξιόπιστη, πόσο αμερόληπτη μπορεί να είναι και πότε παύει να φωτίζει την κοινωνία και αρχίζει να την επηρεάζει;

Η φωτογραφία μιας στιγμής – όχι η κάλπη

Καμία σοβαρή δημοσκόπηση δεν αποτελεί πρόβλεψη με τη βεβαιότητα φυσικού νόμου. Είναι μια εκτίμηση, βασισμένη στις απαντήσεις ενός δείγματος, σε συγκεκριμένο χρόνο και υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Αποτυπώνει περισσότερο τη στιγμή κατά την οποία πραγματοποιείται παρά ένα αμετάβλητο εκλογικό αποτέλεσμα.

Ανάμεσα στην έρευνα και στην κάλπη μπορεί να μεσολαβήσουν γεγονότα, αλλαγές στάσης, η προεκλογική συσπείρωση, η αποχή, ακόμη και μια διαφορετική απόφαση την τελευταία στιγμή. Ιδίως όταν μεγάλο μέρος των ερωτηθέντων δηλώνει αναποφάσιστο ή αρνείται να απαντήσει, η αναγωγή των ποσοστών σε «εκτίμηση ψήφου» προϋποθέτει στατιστικές παραδοχές. Οι παραδοχές αυτές μπορεί να είναι επιστημονικά εύλογες, δεν είναι όμως ουδέτερες ούτε αλάνθαστες.

Γι’ αυτό και διαφορές που βρίσκονται μέσα στα όρια της στατιστικής αβεβαιότητας δεν δικαιολογούν τίτλους περί «ανατροπής» ή «κατάρρευσης». Όταν δύο ποσοστά απέχουν ελάχιστα, η έντιμη διατύπωση μπορεί να είναι ότι η σειρά τους παραμένει αβέβαιη. Η παρουσίαση του ενός ως αναμφισβήτητου νικητή δεν είναι ανάλυση· είναι υπερβολή.

Από τι κρίνεται η εγκυρότητα

Η αξιοπιστία μιας δημοσκόπησης δεν εξαρτάται μόνο από το μέγεθος του δείγματος. Ένα μεγάλο αλλά κακοσχεδιασμένο δείγμα μπορεί να είναι λιγότερο αντιπροσωπευτικό από ένα μικρότερο, σωστά κατανεμημένο. Κρίσιμα στοιχεία είναι ο τρόπος επιλογής των συμμετεχόντων, η γεωγραφική και κοινωνική σύνθεση του δείγματος, η μέθοδος επικοινωνίας, η χρονική περίοδος της έρευνας, το ποσοστό όσων δεν αποκρίθηκαν και ο τρόπος με τον οποίο «σταθμίστηκαν» οι απαντήσεις.

Στη σημερινή εποχή το πρόβλημα γίνεται δυσκολότερο. Πολλοί πολίτες δεν απαντούν σε άγνωστους αριθμούς, άλλοι δεν διαθέτουν σταθερό τηλέφωνο, ενώ οι διαδικτυακές έρευνες μπορεί να υπερεκπροσωπούν όσους είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με την τεχνολογία ή συμμετέχουν συστηματικά σε πάνελ. Η στάθμιση επιχειρεί να διορθώσει αυτές τις ανισορροπίες, αλλά βασίζεται και αυτή σε επιλογές του ερευνητή.

Καθοριστική είναι και η διατύπωση των ερωτήσεων. Άλλη απάντηση μπορεί να προκαλέσει ένα ουδέτερο ερώτημα και άλλη ένα ερώτημα φορτισμένο με αξιολογικούς χαρακτηρισμούς. Ακόμη και η σειρά των ερωτήσεων μπορεί να επηρεάσει τον ερωτώμενο: αν προηγηθεί μια σειρά ερωτημάτων για την ακρίβεια, την εγκληματικότητα ή μια πολιτική κρίση, η επόμενη αξιολόγηση της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ενδέχεται να χρωματιστεί από αυτό το πλαίσιο.

Επομένως, η εγκυρότητα δεν πιστοποιείται από έναν εντυπωσιακό πίνακα ή από το λογότυπο μιας γνωστής εταιρείας. Απαιτεί διαφάνεια: ποιος παρήγγειλε και χρηματοδότησε την έρευνα, ποιος τη διενήργησε, πότε έγινε, με ποια μέθοδο, σε πόσους πολίτες, με ποιες ακριβώς ερωτήσεις και με ποια επεξεργασία των αναποφάσιστων.

Αμεροληψία και συμφέροντα

Η ανάθεση μιας έρευνας από κόμμα, κυβέρνηση, επιχείρηση ή μέσο ενημέρωσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως αλλοίωση των αποτελεσμάτων. Οι επαγγελματίες ερευνητές δεσμεύονται από κανόνες επιστημονικής πρακτικής και δεοντολογίας, ενώ στην Ελλάδα υπάρχει θεσμικό πλαίσιο για τις πολιτικές δημοσκοπήσεις και μηχανισμός ελέγχου. Η καχυποψία, συνεπώς, δεν μπορεί να υποκαθιστά τα στοιχεία.

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αφελές να αγνοηθεί ότι η επιλογή του θέματος, η χρονική στιγμή, η διατύπωση των ερωτήσεων και κυρίως ο τρόπος δημοσιοποίησης μιας έρευνας μπορούν να υπηρετούν επικοινωνιακές επιδιώξεις. Μια δημοσκόπηση μπορεί να είναι τεχνικά ορθή και παρ’ όλα αυτά να χρησιμοποιηθεί μεροληπτικά. Το πρόβλημα συχνά δεν βρίσκεται στα δεδομένα, αλλά στην επιλογή εκείνων των δεδομένων που θα προβληθούν.

Ένα μέσο μπορεί να αναδείξει τη διαφορά των κομμάτων και να υποβαθμίσει τη δυσαρέσκεια για την κυβερνητική πολιτική. Ένα άλλο μπορεί να κάνει το αντίστροφο. Ο ίδιος πίνακας μπορεί να γεννήσει δύο εντελώς διαφορετικά πρωτοσέλιδα. Εδώ ακριβώς αρχίζει η ευθύνη της δημοσιογραφίας.

Καταγραφή ή διαμόρφωση της κοινής γνώμης;

Οι δημοσκοπήσεις δεν λειτουργούν σε κοινωνικό κενό. Από τη στιγμή που δημοσιεύονται, γίνονται μέρος της πολιτικής πραγματικότητας και ενδέχεται να επηρεάσουν συμπεριφορές. Μπορεί να ενισχύσουν τον πρώτο, επειδή ένα μέρος των πολιτών έλκεται από τον πιθανό νικητή· μπορεί, αντιθέτως, να κινητοποιήσουν όσους φοβούνται την επικράτησή του. Μπορεί να πιέσουν μικρότερα κόμματα, να καλλιεργήσουν την ιδέα της «χαμένης ψήφου», να προκαλέσουν συσπείρωση ή απογοήτευση και να επηρεάσουν την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δημοσκόπηση αποτελεί σχέδιο χειραγώγησης. Μια τέτοια γενίκευση θα ήταν εξίσου αυθαίρετη με την άκριτη αποδοχή όλων των μετρήσεων. Σημαίνει, όμως, ότι η δημοσκόπηση είναι ταυτόχρονα καταγραφή και δημόσιο γεγονός: μετρά την κοινή γνώμη, αλλά μετά τη δημοσίευσή της μπορεί και να την επηρεάζει.

Η πιθανή σκοπιμότητα αναζητείται, επομένως, όχι μόνο στην ακρίβεια των αριθμών αλλά και στο πλαίσιο: γιατί επιλέχθηκε η συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Γιατί τέθηκε αυτό το ερώτημα και όχι κάποιο άλλο; Γιατί προβάλλεται ένα εύρημα και αποσιωπάται ένα δεύτερο; Γιατί μια μικρή μεταβολή παρουσιάζεται ως πολιτικός σεισμός;

Όταν οι δημοσκοπήσεις υποκαθιστούν την πολιτική

Η σοβαρότερη ίσως συνέπεια της δημοσκοπικής υπερπαραγωγής είναι ότι στενεύει τη δημόσια συζήτηση. Αντί να εξετάζονται οι πολιτικές για την υγεία, την παιδεία, την οικονομία ή τους θεσμούς, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την «εικόνα» των αρχηγών και την αριθμητική απόσταση των κομμάτων. Οι πολίτες μετατρέπονται από ενεργά πολιτικά υποκείμενα σε ποσοστά ενός διαρκούς πίνακα κατάταξης.

Παράλληλα, τα κόμματα κινδυνεύουν να προσαρμόζουν τις θέσεις τους όχι σε μια συνεκτική αντίληψη για τη χώρα, αλλά στις εβδομαδιαίες μετρήσεις. Η πολιτική τότε δεν ηγείται, δεν εξηγεί και δεν αναλαμβάνει το κόστος δύσκολων επιλογών· απλώς ακολουθεί τις διαθέσεις της στιγμής. Η δημοσκόπηση, από εργαλείο κατανόησης, γίνεται υποκατάστατο πολιτικής σκέψης.

Πώς πρέπει να διαβάζουμε μια δημοσκόπηση

Ο ενημερωμένος πολίτης δεν χρειάζεται ούτε να πιστεύει τυφλά ούτε να απορρίπτει συλλήβδην. Χρειάζεται να ελέγχει ποιος ανέθεσε την έρευνα, πότε και πώς έγινε, πόσοι απάντησαν, ποια ήταν η ακριβής διατύπωση των ερωτήσεων, πόσοι ήταν οι αναποφάσιστοι και αν οι διαφορές υπερβαίνουν ουσιαστικά τη στατιστική αβεβαιότητα. Κυρίως, πρέπει να συγκρίνει τάσεις σε βάθος χρόνου και ευρήματα περισσότερων εταιρειών, όχι να απολυτοποιεί μία μεμονωμένη μέτρηση.

Αντίστοιχα, τα μέσα ενημέρωσης οφείλουν να δημοσιεύουν τη μεθοδολογική ταυτότητα της έρευνας, να αποφεύγουν τους παραπλανητικούς τίτλους και να ξεχωρίζουν καθαρά την πρόθεση ψήφου από την εκτίμηση ψήφου. Χρειάζεται επίσης να δίνουν χώρο στην ουσία των κοινωνικών ευρημάτων –στην ανασφάλεια, στην εμπιστοσύνη στους θεσμούς, στις ανάγκες και στις προτεραιότητες των πολιτών– και όχι μόνο στην κομματική κατάταξη.

Ένα χρήσιμο εργαλείο που χρειάζεται μέτρο

Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ούτε αλάνθαστη επιστήμη ούτε εξ ορισμού μηχανισμός εξαπάτησης. Είναι ένα χρήσιμο αλλά ευαίσθητο εργαλείο, του οποίου η αξία εξαρτάται από τη μέθοδο, τη διαφάνεια, τη δεοντολογία και τον τρόπο παρουσίασης.

Όσο συχνότερα εμφανίζονται σαν πολιτικό χρηματιστήριο, τόσο λιγότερο βοηθούν την κοινωνία να κατανοήσει τον εαυτό της. Και όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται για να κατασκευάσουν εντυπώσεις, τόσο περισσότερο διαβρώνουν την εμπιστοσύνη όχι μόνο προς τις εταιρείες μετρήσεων, αλλά και προς τη δημοσιογραφία και την πολιτική.

Η δημοκρατία έχει ανάγκη από αξιόπιστη γνώση της κοινής γνώμης. Δεν έχει ανάγκη από τη λατρεία των ποσοστών. Η δημοσκόπηση πρέπει να παραμένει αφετηρία συζήτησης – ποτέ υποκατάστατο της κοινωνίας, της πολιτικής κρίσης και, τελικά, της ίδιας της κάλπης.


Ενδεικτικές πηγές

 https://www.timesnews.gr/dimoskopiseis-kathreftis-tis-koinonias-i-michanismos-epirrois/


Tuesday, September 22, 2026

Όταν η ενημέρωση διώχνει τον πολίτη


Η ειδησεογραφική κόπωση, η τηλεοπτική ένταση και η κρίση εμπιστοσύνης που απειλούν ένα σπουδαίο μέσο


Υπάρχει μια αντίφαση στην εποχή μας: ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε στη διάθεσή του τόσες πολλές πληροφορίες και ποτέ, ίσως, δεν ένιωθε τόσο έντονα την ανάγκη να απομακρυνθεί από αυτές. Η αποχή από την ενημέρωση –και ιδιαίτερα από την πολιτική ενημέρωση– δεν αποτελεί πλέον απλή εντύπωση. Είναι μια ευρύτερη τάση, η οποία συνδέεται με την υπερπληροφόρηση, την ψυχική κόπωση, τη χαμηλή εμπιστοσύνη στα μέσα και, κυρίως, με τον τρόπο που παρουσιάζεται η επικαιρότητα.

Ο πολίτης δεν αποστρέφεται κατ’ ανάγκην τα γεγονότα. Συχνά αποστρέφεται τη σκηνοθεσία τους.

Από την ενημέρωση στην εξάντληση

Η σύγχρονη ειδησεογραφία λειτουργεί σχεδόν αδιάκοπα. Έκτακτες συνδέσεις, ειδοποιήσεις, «νέα δεδομένα», δηλώσεις, αντιδράσεις και ανταπαντήσεις δημιουργούν την αίσθηση ότι κάθε ώρα συμβαίνει κάτι ιστορικό. Όταν όμως όλα παρουσιάζονται ως επείγοντα, τίποτε δεν παραμένει πραγματικά σημαντικό. Η διαρκής ένταση δεν κρατά τον θεατή σε εγρήγορση· στο τέλος τον εξαντλεί.

Η ψυχολογική κόπωση γίνεται εντονότερη επειδή η ειδησεογραφική ατζέντα κυριαρχείται από πολέμους, εγκλήματα, φυσικές καταστροφές, οικονομική ανασφάλεια και πολιτικές συγκρούσεις. Ο θεατής δέχεται καθημερινά έναν μεγάλο όγκο αρνητικών εικόνων, χωρίς πάντοτε να του προσφέρονται το απαραίτητο πλαίσιο, οι αιτίες, οι πιθανές λύσεις ή η αίσθηση ότι μπορεί να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του. Έτσι η ενημέρωση παύει να είναι εργαλείο προσανατολισμού και μετατρέπεται σε πηγή αδυναμίας.

Δεν πρόκειται επομένως μόνο για αδιαφορία. Η αποφυγή των ειδήσεων μπορεί να λειτουργεί και ως μηχανισμός αυτοπροστασίας: «Δεν αντέχω άλλη ένταση, άλλη οργή, άλλη καταστροφή». Το πρόβλημα είναι ότι, μαζί με τον θόρυβο, ο πολίτης απομακρύνεται και από τις πληροφορίες που χρειάζεται για να συμμετέχει συνειδητά στη δημοκρατική ζωή.

Είδηση και σχόλιο: μια γραμμή που ξεθωριάζει

Ένας από τους σοβαρότερους λόγους δυσπιστίας είναι η σύγχυση ανάμεσα στην είδηση και στο σχόλιο. Η δημοσιογραφία ασφαλώς δεν μπορεί να είναι απολύτως ουδέτερη με τη μηχανική έννοια: ακόμη και η επιλογή ενός θέματος ή μιας εικόνας εμπεριέχει κρίση. Υπάρχει όμως ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην τεκμηριωμένη ερμηνεία και στην καθοδήγηση του κοινού.

Όταν ο παρουσιαστής δεν περιορίζεται στο «τι συνέβη», αλλά υποδεικνύει με μορφασμούς, ειρωνείες, επιφωνήματα και χαρακτηρισμούς «πώς πρέπει να το εκλάβουμε», ο θεατής αισθάνεται ότι δεν του αναγνωρίζεται η ικανότητα να κρίνει. Η είδηση φθάνει ήδη συσκευασμένη με το επιθυμητό συναίσθημα: αγανάκτηση, φόβο, περιφρόνηση ή ενθουσιασμό.

Το σχόλιο έχει θέση στη δημοσιογραφία, αρκεί να δηλώνεται καθαρά ως σχόλιο, να στηρίζεται σε γεγονότα και να διακρίνεται από το ρεπορτάζ. Όταν όλα συγχωνεύονται σε μία φωνή, η ενημέρωση χάνει την αξιοπιστία της. Και τότε ακόμη και η σωστή πληροφορία αντιμετωπίζεται με καχυποψία.

Η πολιτική ως ακολουθία από ατάκες

Η αποσπασματική προβολή δηλώσεων επιδεινώνει την κατάσταση. Μια φράση πολιτικού αποκόπτεται από το πλαίσιό της, γίνεται τίτλος, προκαλεί την απάντηση του αντιπάλου και ακολουθεί ένας νέος κύκλος αντιδράσεων. Το δημόσιο ενδιαφέρον μετακινείται από τις πολιτικές αποφάσεις στις λεκτικές μονομαχίες.

Έτσι, σύνθετα ζητήματα –η οικονομία, η υγεία, η παιδεία, η εξωτερική πολιτική– περιορίζονται σε ανταλλαγές ατακών. Δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς προτείνει κάθε πλευρά, ποιο είναι το κόστος μιας πρότασης, ποιοι ωφελούνται και ποιοι επιβαρύνονται. Μαθαίνουμε ποιος «επιτέθηκε», ποιος «απάντησε σκληρά» και ποιος «σήκωσε το γάντι».

Η γλώσσα αυτή δεν είναι αθώα. Μετατρέπει την πολιτική σε διαρκή αναμέτρηση και τον πολίτη σε θεατή αγώνα. Προσφέρει στιγμιαία διέγερση, αλλά ελάχιστη γνώση.

Τα τηλεοπτικά παράθυρα της σύγκρουσης

Στις πολιτικές εκπομπές επαναλαμβάνεται συχνά το ίδιο σκηνικό: οι ίδιοι περίπου εκπρόσωποι, προβλέψιμες τοποθετήσεις, διακοπές, υψωμένες φωνές και ένας παρουσιαστής που άλλοτε διαιτητεύει και άλλοτε επιχειρεί να γίνει ο κεντρικός πρωταγωνιστής. Η σύνθεση του πάνελ είναι εκ των προτέρων σχεδιασμένη για σύγκρουση και όχι για κατανόηση.

Η τηλεοπτική αντιπαράθεση δεν είναι από μόνη της αρνητική. Η δημοκρατία χρειάζεται διαφωνία, αυστηρές ερωτήσεις και έλεγχο της εξουσίας. Άλλο όμως η αντιπαράθεση επιχειρημάτων και άλλο η ηχητική σύγκρουση. Όταν όλοι μιλούν ταυτόχρονα, ο θεατής δεν ακούει περισσότερες απόψεις· δεν ακούει καμία.

Το μοντέλο αυτό επιβιώνει επειδή η ένταση θεωρείται ότι αυξάνει την τηλεθέαση και παράγει εύκολα αποσπάσματα για τα κοινωνικά δίκτυα. Βραχυπρόθεσμα μπορεί πράγματι να τραβά την προσοχή. Μακροπρόθεσμα, όμως, διαβρώνει το ίδιο το προϊόν: κουράζει το κοινό, ευτελίζει τον πολιτικό λόγο και ενισχύει την πεποίθηση ότι «όλοι παίζουν έναν ρόλο».

Η ευθύνη του παρουσιαστή

Ο καλός παρουσιαστής δεν χρειάζεται να αποδεικνύει ότι γνωρίζει τα πάντα. Η δύναμή του βρίσκεται στην προετοιμασία, στην καθαρή ερώτηση, στην επιμονή όταν ο καλεσμένος αποφεύγει να απαντήσει και στην ικανότητα να διατηρεί τη συζήτηση κατανοητή. Δεν είναι εισαγγελέας, κομματικός εκπρόσωπος ούτε πρωταγωνιστής του δελτίου. Είναι ο εκπρόσωπος του κοινού απέναντι στην πληροφορία και στην εξουσία.

Η επιθετικότητα δεν είναι κατ’ ανάγκην αυστηρότητα. Συχνά μια ήρεμη, ακριβής ερώτηση αποκαλύπτει περισσότερα από μια θεαματική αντιπαράθεση. Αντίστοιχα, η ευγένεια δεν σημαίνει υποχωρητικότητα. Σημαίνει σεβασμό στον θεατή και στον δημόσιο διάλογο.

Μπορεί η τηλεόραση να ξανακερδίσει το κοινό;

Η τηλεόραση παραμένει ένα εξαιρετικό μέσο. Μπορεί να συνδυάσει την εικόνα με τον λόγο, την αμεσότητα με την έρευνα, το ρεπορτάζ με τη μαρτυρία. Μπορεί να μεταφέρει τον πολίτη στον τόπο όπου συμβαίνουν τα γεγονότα και να κάνει ένα σύνθετο θέμα κατανοητό σε εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτό το πλεονέκτημα δεν έχει χαθεί· συχνά όμως σπαταλιέται.

Για να αποκατασταθεί η σχέση εμπιστοσύνης, χρειάζονται ορισμένες απλές αλλά ουσιαστικές αλλαγές: σαφής διάκριση είδησης και γνώμης, λιγότερες ατάκες και περισσότερη εξήγηση, διαφορετικές και ουσιαστικές φωνές αντί των ίδιων κομματικών προσώπων, χρόνος για ολοκληρωμένες απαντήσεις, αυστηροί κανόνες στη συζήτηση και μεγαλύτερη παρουσία θεμάτων που αφορούν την καθημερινή ζωή, την κοινωνία, την επιστήμη και τον πολιτισμό.

Χρειάζεται επίσης δημοσιογραφία που δεν περιορίζεται στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά εξετάζει σοβαρά και τις δυνατές απαντήσεις. Όχι για να ωραιοποιεί την πραγματικότητα, αλλά για να μην παρουσιάζει τον κόσμο ως ένα αδιέξοδο χωρίς καμία ανθρώπινη δυνατότητα παρέμβασης.

Δεν φταίει μόνο το κοινό

Είναι εύκολο να υποστηρίξει κανείς ότι οι πολίτες «δεν ενδιαφέρονται πια» ή ότι προτιμούν το ελαφρύ περιεχόμενο των κοινωνικών δικτύων. Αυτή η εξήγηση, όμως, απαλλάσσει τα μέσα από τη δική τους ευθύνη. Αν ένα σημαντικό μέρος του κοινού αποφεύγει την πολιτική ενημέρωση, τα μέσα οφείλουν να αναρωτηθούν όχι μόνο τι συμβαίνει με το κοινό, αλλά και τι είδους ενημέρωση του προσφέρουν.

Ο πολίτης δεν ζητά ειδήσεις χωρίς δυσάρεστα γεγονότα ούτε δημοσιογραφία χωρίς κρίση. Ζητά να μην τον κατακλύζουν, να μην τον χειραγωγούν συναισθηματικά και να μην προσβάλλουν τη νοημοσύνη του. Ζητά να καταλαβαίνει περισσότερο μετά το τέλος ενός δελτίου – όχι να αισθάνεται απλώς πιο θυμωμένος, πιο φοβισμένος ή πιο ανήμπορος.

Η τηλεόραση δεν καταστρέφεται επειδή εμφανίστηκαν το διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα. Κινδυνεύει όταν υιοθετεί τα πιο θορυβώδη χαρακτηριστικά τους: την ταχύτητα χωρίς βάθος, την πόλωση χωρίς διάλογο και την ατάκα χωρίς περιεχόμενο. Αν ξαναδώσει χώρο στη γνώση, στη μέτρηση και στην ουσιαστική συζήτηση, μπορεί να ανακτήσει όχι μόνο το κοινό της, αλλά και τον δημοκρατικό της ρόλο.

Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι γιατί ο κόσμος γυρίζει την πλάτη στις ειδήσεις. Είναι αν η τηλεοπτική ενημέρωση είναι πρόθυμη να κοιταχτεί στον καθρέφτη και να ακούσει τι της λέει αυτή η απομάκρυνση.


Σημείωση: Σύμφωνα με το Digital News Report 2026 του Reuters Institute for the Study of Journalism, η διαρκής ροή ενημέρωσης προκαλεί σε σημαντικό μέρος του κοινού αίσθημα υπερφόρτωσης, ενώ καταγράφονται αποστασιοποίηση, άγχος και αυξανόμενος κυνισμός απέναντι στις ειδήσεις. Η έρευνα επισημαίνει, παράλληλα, ότι οι πολίτες ζητούν από τα μέσα περισσότερη αμεροληψία, ακρίβεια, διαφάνεια και ουσιαστικό πρωτογενές ρεπορτάζ.

https://www.timesnews.gr/otan-i-enimerosi-diochnei-ton-politi/