Showing posts with label ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ. Show all posts
Showing posts with label ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ. Show all posts

Monday, October 21, 2013

ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟ ΜΕΘΥΣΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ!!!!

Νίκο... Μας δανείζει χαρά το ελληνικό φως!!! Εγώ πέρασα το απόγευμα παρά θιν... λιμνός!!! Ονειρο!!! Ανέμελα οκόσιτα που ερωτεύονταν προκλητικά, πετούμενα που τρύπωναν λες στα σακάκια μας (γι΄αυτό εδώ στα μέρη σου τα λένε τρουποσακάκια). Ηρεμία, ησυχία, εγκατάλειψη ευεργετική που βοηθά να μετρά κανείς τις αντοχές του τόπου!!! Θα αντέξουμε, θα τα καταφέρουμε... Θα αντέξουμε κι όλες τις απώλειες...

Αυτό το αισθαντικό σχόλιο της φίλης μου Ελένης Σκάβδη, που το έγραψε σε μια προηγούμενη ανάρτησή μου, το διάβασα άπειρες φορές. Κι αυτό γιατί εμείς οι Έλληνες δεν πρέπει να βλέπουμε μισοάδειο το ποτήρι... Κι εγώ νιώθω τις περισσότερες φορές να με διαπερνάει πέρα για πέρα μια διάθεση φωτόλουστη, όπως ακριβώς το απαισιόδοξο έργο του Αλμπέρ Καμί το διαπερνάει ένας κραδασμός λιακάδας μεσογειακής που αχνίζει πάνω σε μια θάλασσα ζεστή και μυρωμένη. Όσοι διάβασαν τα έργα του Καμί θα έχουν διαπιστώσει να κυριαρχεί αυτό το μεσογειακό μεθύσι του ήλιου, του τόσο παράφορου, απογυμνωτικού και  διαλυτικού.  Βέβαια  θα πει κάποιος ότι πάντα εκεί, παραδίπλα, εμφιλοχωρεί και... η σκιά!!!  Φτώχεια, στερήσεις, αρρώστιες, πόνος... Γιατί, γιατί, γιατί;;;
Φέρνω στο νου μου τη σκηνή εκείνη, όπου ο ήρωας του Καμί στον "Ξένο", χτυπημένος ίσως -λέω, ίσως- κατακέφαλα από τον μεσογειακό ήλιο, σκοτώνει έναν άραβα, "χωρίς οργή και μίσος". Μπαίνουμε όμως σε άλλα μονοπάτια για το παράλογο... Ας αφήσουμε αυτές τις σκέψεις για άλλο σημείωμα όταν ο ουρανός δεν θα είναι καταγάλανος όπως είναι τώρα και η ατμόσφαιρα ζεστή.

Friday, October 18, 2013

George Steiner, "Άνθρωποι που συνέλαβαν τις διαστάσεις της αβύσσου..."

«Ο θάνατος της τραγωδίας» (1961). Αυτό ήταν το βιβλίο που γνωρίσαμε στα ελληνικά, στη μετάφραση του Φώντα Κονδύλη. Δε νομίζω ότι υπήρξε κάποιο άλλο πριν από αυτό. Έτσι μάθαμε για τον Τζορτζ Στάινερ [George Steiner], ο οποίος έχει πει ότι «καμιά κουλτούρα δεν έχει συμβόλαιο με την αιωνιότητα». «Οι συνθήκες που έκαναν δυνατή την ύπαρξη των γιγάντων στην ποιητική, αισθητική, φιλοσοφική παράδοση της Δύσης δεν υπάρχουν πια». Ο Στάινερ πιστεύει ότι «δεν μπορεί να υπάρξει Αμλετ χωρίς το Φάντασμα, Missa Solemnis χωρίς τη λειτουργία».
Φιλόσοφος και δοκιμιογράφος, μυθιστοριογράφος, γεννημένος στο Παρίσι το 1929, όπου και έζησε τα πρώτα του χρόνια. Η οικογένειά του έμενε στο 16ο διαμέρισμα. «Ηταν μια πολύ φιλελεύθερη συνοικία - πολλοί οι μορφωμένοι, όπως και μεγάλη εβραϊκή παρουσία» αφηγείται ο ίδιος στη ραδιοφωνική συνέντευξη που έδωσε στον Antoine Spire και δημοσιεύτηκε ακολούθως σε βιβλίο (στα ελληνικά στο βιβλίο Η βαρβαρότητα της άγνοιας). «Η παιδική μου ηλικία ήταν εντελώς προνομιούχα, προστατευμένη, σ' ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, πολλή μουσική, μια υπέροχη μητέρα, Βιεννέζα στην καταγωγή, πολύγλωσση, ένας πατέρας Τσέχος στην καταγωγή, από μια πολύ μικρή άγονη περιοχή (...). Και μια αγωγή βασισμένη στην ελπίδα, με τον πολύ χαρακτηριστικό ουμανισμό αυτού του κόσμου, έναν ουμανισμό γαλλικό και ταυτόχρονα κεντροευρωπαϊκό».
Οι γονείς του, πριν πάνε για μόνιμη εγκατάσταση στο Παρίσι, ζούσαν στη Βιέννη, αλλά ήταν εβραϊκής καταγωγής. Του ενέπνευσαν την αγάπη για τα κλασικά γράμματα.  «Η παιδική μου ηλικία ήταν εντελώς προνομιούχα, προστατευμένη, σ' ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, πολλή μουσική, μια υπέροχη μητέρα, Βιεννέζα στην καταγωγή, πολύγλωσση, ένας πατέρας Τσέχος στην καταγωγή, από μια πολύ μικρή άγονη περιοχή (...). Και μια αγωγή βασισμένη στην ελπίδα, με τον πολύ χαρακτηριστικό ουμανισμό αυτού του κόσμου, έναν ουμανισμό γαλλικό και ταυτόχρονα κεντροευρωπαϊκό».
Ο Steiner ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό του διανοούμενο ούτε πανεπιστημιακό, αλλά ως έναν άνθρωπο που μπορεί να δείξει "πώς να διαβάσετε"!! Τον αγάπησα ακριβώς γι' αυτό. Για την αγάπη του στα βιβλία και τη φιλολογία. Μια αγάπη τόσο ισχυρή που δεν συνάντησα ξανά σε άλλον διανοητή. Διότι εδώ που τα λέμε, για σκεφτείτε έναν κόσμο χωρίς βιβλία!!! Μπορεί να πει κάποιος ότι σήμερα βρισκόμαστε στην επικυριαρχία του διαδικτύου. Δεν το πιστεύω όμως ότι το βιβλίο έχει παραμεριστεί κι ούτε ποτέ μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Διότι η σχέση που δημιουργεί το βιβλίο μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη είναι εντελώς διαφορετική από εκείνην που ενδεχομένως προβάλλει το διαδίκτυο. 

Ομως μια αναφορά κάνω εδώ και στο εκπληκτικό έργο του για τις "Αντιγόνες", που ο Βασίλης Μάστορης και ο Πάρις Μπουρλάκης μετέφρασαν στις εκδόσεις Καλέντη. Το βιβλίο αυτό, που βασίστηκε στη διδακτορική διατριβή του Στάινερ στην Οξφόρδη, είναι ένα άριστο δείγμα συγκριτικής φιλολογίας και ποιητικής ανάγνωσης. Ο μύθος της Αντιγόνης στην λογοτεχνία, τις τέχνες και τη σκέψη της Δύσης. Ένα έργο μοναδικό και ανεπανάληπτο.
Ο Στάινερ έλεγε ότι τα μεγάλα «όχι στη βαρβαρότητα» έχουν ειπωθεί από ανθρώπους που τους θεωρούμε απλούς -«Die einfache Leute, die es nie sind» («Οι απλοί άνθρωποι, που ποτέ απλοί δεν είναι»), είπε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Υπέροχοι άνθρωποι που συνέλαβαν τις διαστάσεις της αβύσσου. [...] Σήμερα, είμαστε πληροφορημένοι περισσότερο από ποτέ για τον ανθρώπινο πόνο. Τα μέσα ενημέρωσης μας καθιστούν μάρτυρες. Ως μάρτυρες όμως, γινόμαστε συνένοχοι. Ανεχόμαστε το αφόρητο...
Δημοσίευσε πολλά βιβλία, με πιο σημαντικό ίσως ανάμεσά τους το «Μετά τη Βαβέλ» (1975), το οποίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Scripta, σε μετάφραση Γρηγόρη Κονδύλη [εισαγωγή-επιμέλεια: Άρης Μπερλής]. Επίσης: "Στον πύργο του κυανοπώγωνα" [μετάφραση: Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta], "Η σιωπή των βιβλίων" [μετάφραση.: Σοφία Διονυσοπούλου, εκδ. Ολκός], "Αξόδευτα πάθη" [μετάφραση.: Κατερίνα Σχινά, εκδ. Νεφέλη], "Η βαρβαρότητα της άγνοιας" [ραδιοφωνική συνέντευξη που έδωσε στον Antoine Spire, μετάφραση.: Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta], "Δέκα (πιθανοί) λόγοι για τη μελαγχολία της σκέψης" [μετάφραση: Σεραφείμ Βελέντζας, εκδ. Scripta]...
Δοκίμασε και τις δυνάμεις του στη λογοτεχνία -ποίηση και μυθιστόρημα- το αποτέλεσμα όμως δεν τον ικανοποίησε. «Οπως είπε ο Μπέκετ, θα μπορούσα να αποτύχω καλύτερα. Τι υπέροχη φράση!», λέει γελώντας. Και προσθέτει: «Εκτός κι αν είσαι πρώτης γραμμής λογοτέχνης -και πολύ λίγοι από μας είμαστε- τότε το λειτούργημα του γραμματοκομιστή, όπως το αποκαλώ, ή του δασκάλου, είναι ό,τι το καλύτερο. Το να υπηρετείς τα μεγάλα έργα, να στέλνεις επιστολές ελπίζοντας να βρουν καλό αποδέκτη, είναι νομίζω υπέροχο. Το πορτρέτο μου στη National Portrait Gallery επέμεινα να το ονομάσουν Il Postino, από εκείνο το ωραίο φιλμ για τον ταχυδρόμο του Νερούδα. Υπήρξα πολύ τυχερός, έχω σήμερα μαθητές μου σε έδρες στις πέντε ηπείρους».

Friday, October 11, 2013

Σάμουελ Μπέκετ: Ο μεγάλος άγνωστος του ευρωπαϊκού θεάτρου!!!

Ο Μπέκετ σημάδεψε, με το έργο του, το παγκόσμιο θέατρο, υπογραμμίζοντας την ανθρώπινη αγωνία για τα αναπάντητα ερωτήματα που ορθώνονται καθημερινά στη ζωή του. «Περιμένει την απόκριση του Γκοντό, αλλά ξέρει πως απόκριση δεν υπάρχει. Και η απαισιοδοξία του, η οργή του, ο σαρκασμός του, δεν είναι τόσο αντιδράσεις ενός άπιστου, όσο ενός γελασμένου. Σπαράζει και σπαράζεται, επειδή κάποτε πίστεψε σε μια σωτηρία, κι επειδή είδε πως η σωτηρία αυτή ήταν μια οικτρή αυταπάτη. Κι ωστόσο, αυτός ο “απογοητευμένος” δεν καταθέτει τα όπλα…», έγραψε ο Μάριος Πλωρίτης (Μάριος Πλωρίτης, «Σάμουελ Μπέκετ. Περιμένοντας… τίποτα». Στο βιβλίο του Πρόσωπα του νεώτερου δράματος. Εκδόσεις Γαλαξία, Αθήνα 1971, σελ. 112).

Δίχως αμφιβολία ο Μπέκετ υπήρξε ένας μεγάλος συγγραφέας. Δεν είμαστε εμείς που θα ισχυριστούμε ότι ήταν ο μεγαλύτερος μοντέρνος συγγραφέας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Αυτό που είναι βέβαιο για τον μοντερνισμό στη λογοτεχνία και το θέατρο γενικότερα, έχει σχέση με  την περιγραφή ενός κόσμου που δεν έχει πλέον νόημα, και όπου οι παλαιές βεβαιότητες είναι ξεπερασμένες ή φαίνονται αστείες, όπως λόγου χάρη η πίστη στο Θεό ή το αναπόφευκτο της ιστορικής προόδου. Στο Τέλος του παιχνιδιού, ο ένας από τους τρεις χαρακτήρες που, στην απελπισία τους, προσεύχονται στο Θεό, φωνάζει, «Ο μπάσταρδος! Δεν υπάρχει»!

Η μοντέρνα παράδοση αποκαλύπτει την ανθρώπινη προσωπικότητα όχι όπως στρογγυλεύεται με τον τρόπο των μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα. Στα μυθιστορήματα του Kafka, το άτομο μεταμορφώνεται βαθμιαία σε ένα παίγνιο, των ισχυρών, αδιαπέραστων και ακατανόητων γραφειοκρατικών δυνάμεων. Άλλωστε, σε μια εποχή που επιβεβαίωσε τα γκουλάγκ του Στάλιν, το Άουσβιτς και τη Χιροσίμα, η τέχνη, εάν επρόκειτο να παραμείνει ειλικρινής, δεν θα μπορούσε να απεικονίσει απλώς τον κόσμο, όπως έκανε στο 19ο αιώνα.

Σε μια πρώτη παρατήρηση θα έλεγε κανείς ότι ο Μπέκετ είναι ο κληρονόμος του Kafka και του Joyce. Τα έργα του ανήκουν στο θέατρο του παράλογου, ένας τύπος στον οποίο ο κόσμος και η ανθρώπινη ύπαρξη απεικονίζονται χωρίς σκοπό, χωρίς νόημα και παράλογα. Στο διασημότερο έργο του, το Περιμένοντας τον Γκοντό, δύο αγύρτες περιμένουν κάποιον που δεν εμφανίζεται ποτέ. Στο Τέλος του παιχνιδιού, καλούμαστε να θεωρήσουμε ως κανονική μια ζωή που ξοδεύεται σε ένα σκουπιδοτενεκέ. Το έργο του Μπέκετ μπορεί έτσι να ιδωθεί ως απεικόνιση της ανθρώπινης απομόνωσης, του χωρισμού των ανθρώπινων όντων το ένα από το άλλο και της μείωσης των ατόμων και των σχέσεών τους σε αντικείμενα, τα οποία απεικονίζουν την εμπειρία του σύγχρονου καπιταλισμού (Sabby Sagall: «Goodbye Grey Sky?». Review of Happy Days by Samuel Beckett, Arts Theatre, London. The Socialist Review, December 2003.).

Friday, October 4, 2013

Ο Τσέχοφ με αφορμή μια παράσταση

ΥΠΑΙΝΙΣΣΟΜΑΙ την παράσταση του Θείου Βάνια του Άντον Τσέχοφ που είδα μια νύχτα στο Ανοιχτό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη. Και λυπούμαι που δεν βρήκα την ευκαιρία να δω την παράσταση για δεύτερη φορά. Θα το ήθελα. Γιατί με ενθουσίασε η λιτότητα της σκηνοθεσίας, του σκηνικού (Αγνή Ντούτση), της ερμηνείας των ηθοποιών. Ήταν μια παράσταση που είχε βάθος. Η ωριμότητα του Μιχαηλίδη ανέστησε στα μάτια των θεατών της παράστασης το θέαμα των ανθρώπων και της ζωής τους. Η γοητεία των τσεχοφικών ηρώων υποδηλώνεται από τα μυστικά τους. Δεν είμαι κριτικός για να σταθώ σε κάποιες ερμηνευτικές λεπτομέρειες. Δεν έχει, άλλωστε, και τόση σημασία, αφού η παράσταση έδωσε εκείνο που χαρακτηρίζει την τσεχοφική ατμόσφαιρα: σιωπή! Μια σιωπή με κυματισμούς, με πλαστικότητα, με χρώματα, με παλμούς ζωής.
ΤΟ ΝΑ ΞΕΡΕΙΣ να μεταχειρίζεσαι το λόγο και την κίνηση –σημείωνε ο Άγγελος Τερζάκης–, την εξωτερική δράση, έτσι που να οργανώνεται μ’ αυτά η σιωπή, είναι ένα από τα βαθύτερα επιτεύγματα της θεατρικής τέχνης. Ο Τσέχοφ δεν το περιμένει, το απαιτεί. Σ’ αυτόν υπάρχει ένα διπλό ρεύμα διαλόγου, μ’ εναλλασσόμενη στάθμη, όπου ενώ το ένα νήμα κυματίζει λυτό, στην επιφάνεια, το άλλο υποκρούει σφιχτά, υποβαστάζει, κάποτε ειρωνεύεται ή διαψεύδει, αλλά έτσι πάντα που να κάνει αισθητό το μυστήριο του όντος.
ΕΙΝΑΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ δευτέρου βαθμού. Τον είχε επισημάνει πρώτος, θεωρητικά, ο Μέτερλιγκ, όμως αυτό μας δείχνει το γιατί ο όρος «ρεαλισμός» κερδίζει άλλο περιεχόμενο στην περίπτωση του Τσέχοφ. Εδώ οι αισθητικές σχολές συγχέονται κι αυτοαναιρούνται. Είπανε –και λένε ακόμα, βαρυσήμαντοι θεωρητικοί– τον Τσέχοφ «νατουραλιστή». Ανοησία. Μπορεί να μιλήσει κανένας για ρεαλισμό συμβολιστικό; Αν ναι, αν δεν πρόκειται γι’ αντίφαση, τότε είναι η περίπτωση του Τσέχοφ. Ο άνθρωπος υπάρχει κι όταν δεν μιλάει. Δεν είναι μόνον όταν φλυαρεί ή όταν ψεύδεται –υποπροϊόντα-δουλείες και τα δυο του λόγου– που υπάρχει, αλλά κι όταν σωπαίνει χωρίς να είναι αδειανός. Πότε η σιωπή εκδηλώνει την παρουσία περισσότερο κι από τη λαλιά; Αυτό, το συνέλαβε, το καθήλωσε περισσότερο από κάθε άλλον ο Τσέχοφ.
ΕΦΤΑΣΕ να γίνει εκπληκτική η δεξιοσύνη του Τσέχοφ στην έκφραση του μη διατυπώσιμου. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την περιγραφική δεινότητά του. Ωστόσο, ποτέ δεν παρασύρθηκε απ’ αυτήν. Δεν είναι ότι μας περιγράφει τους ήρωές του, αλλά ότι συμπυκνώνει στον καθένα τους κάποια μυστική αγωνία. Και είναι αλήθεια ότι αρκετές φορές εκτιμούμε την υποδήλωση, την υποβλητική ελλειπτικότητα. Και ο Τσέχοφ δεν καίει τα πυρομαχικά της τέχνης του για πυροτεχνήματα. Ούτε απόκρημνη είναι ούτε δυσκολοπρόσιτη. Πάντως, η ροή του χρόνου στο έργο του Τσέχοφ, που συμπαρασύρει και τη χαρά και τη λύπη, νιώθουμε πως μας αφήνει αισθητά τ’ αχνάρια της λύπης.
Σε μια συνέντευξή του στην Μαρί-Ελέν Ετιέν, ο σκηνοθέτης Πίτερ Μπρουκ (Δρώμενα, τ. 3-4/1984) έλεγε: Ο Τσέχοφ ζούσε σε μια Ρωσία μεγάλης αθλιότητας και υπέφερε με ό,τι έβλεπε. Ήταν ένας αμφισβητίας της εποχής του. Σαν γιατρός είχε αναπτύξει μια μεγάλη ικανότητα παρατήρησης κι ακόμη πολύ χιούμορ – ένα χιούμορ πολύ σκυθρωπό συχνά.
Υπάρχουν δυο παράγοντες εξαιρετικά σημαντικοί στη ζωή του Τσέχοφ. Ο πρώτος ότι ήταν ένας άνθρωπος καταδικασμένος, ο θάνατος τον κυνηγούσε, ο δεύτερος ότι μπροστά σε αυτό το γεγονός – με το προαίσθημα αυτών που θα πεθάνουν νέοι - έδειχνε μια ενέργεια ασύλληπτη. Πλάι στην ιατρική του δραστηριότητα έγραψε τόσες ιστορίες, τόσα άρθρα, έκανε τόσα ταξίδια. Παρόλο που ήταν άρρωστος, για παράδειγμα έκανε ένα απίστευτα δύσκολο ταξίδι για να επισκεφθεί τους καταδικασμένους στα κάτεργα. Ζούσανε κάτω από συνθήκες απόλυτα φρικτές, όπως ο Σολζενίτσιν στη Σιβηρία, κι όλα τούτα τα περιέγραψε σ’ ένα του αφήγημα. Ένας άνθρωπος ευαίσθητος και δυστυχισμένος, ο άνθρωπος που ξέρουμε από τις φωτογραφίες του, αυτόν ξαναβρίσκουμε στα διηγήματά του. Περνώντας στο θέατρο ο τόνος των έργων του αλλάζει κι αυτό είναι η απόδειξη ότι δεν πρόκειται μόνον για έναν καλό συγγραφέα που γράφει θέατρο, αλλά για ένα ταλέντο απόλυτα εξαιρετικό.
Είχα καταλάβει – υπογραμμίζει ο Πίτερ Μπρουκ – (όπως ο Σέξπιρ και λίγοι ακόμη) αυτό που στο θέατρο είναι θεμελιώδες: θέατρο δεν υπάρχει παρά αν η αναγκαστικά προσωπική οπτική γωνία του μυθιστοριογράφου εξαφανιστεί για να δώσει τη θέση της σε μια οπτική γωνία πολλαπλή. Αυτό μοιάζει αδύνατο. Είναι σαν κάποιος κοιτώντας τα αγάλματα στην Ινδία, να ’λεγε, «α! τι ωραίο θα ήταν να είχαν δώδεκα χέρια». Άλλο να διαπιστώνεις κι άλλο να κατορθώνεις. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν εξαιρετικά λίγα μεγάλα έργα. Για μένα οι δυο μεγαλύτεροι συγγραφείς είναι ο Σέξπιρ κι ο Τσέχοφ. Είναι περίεργο που δυο άνθρωποι με ύφος τόσο διαφορετικό (ο ένας γράφει έργα επικά σε στίχο, ο άλλος ρεαλιστικά σε πρόζα) συναντιώνται, μπορούμε να πούμε, σε τούτο το κοινό σημείο: την πολλαπλή οπτική γωνία. Και στις δυο περιπτώσεις καμιά κρίση δεν εκφέρεται για τα πρόσωπα – το καθένα υπάρχει με τρόπο ολότελα ανεξάρτητο. Ο ηθοποιός μπορεί να δώσει εξίσου πυκνότητα στο ένα ή στο άλλο πρόσωπο κι ο θεατής να βγει από το συνηθισμένο του μανιχαϊσμό: δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί»…
ΥΓ. Έτσι, για να μην αφήσω τις σκέψεις ημιτελείς από τη δημοσίευση μιας φωτογραφίας και τον μονόλογο της Σόνιας, της ηρωίδας του Αντον Τσέχοφ, στον ΘΕΙΟ ΒΑΝΙΑ. Το κείμενο αυτό το είχα δημοσιεύσει στα "Δρώμενα"

Sunday, September 15, 2013

"Αν μου πάρετε τη συνείδησή μου, θα είμαι ο δυστυχέστερος των ανθρώπων..."

Είχα αγοράσει το βιβλίο "Ροβεσπιέρος και η Γαλλική Επανάσταση" Τζ.Μ.Τόμσον το 1968 και το είχα διαβάσει τότε... Το ξανάπιασα στα χέρια μου πριν λίγες μέρες και μόλις τώρα το τέλειωσα. Είναι ένα γλαφυρό κείμενο, αλλά και να μην ήταν θα το ξαναδιάβαζα, γιατί μ' ενδιέφερε πάντα εκείνη η τρομερή μορφή του νεαρού αντιπρόσωπου του Αρράς στη Γαλλική "Συνέλευση των Τάξεων" που είχε προτείνει την κατάργηση της θανατικής ποινής, μέχρι τον πρωτεργάτη της Τρομοκρατίας.

Ο Ροβεσπιέρος εθεωρείτο πάντα ως ένα σκοτεινό αίνιγμα στην παγκόσμια ιστορία., που οραματίστηκε μια χιμαιρική πολιτεία  και επιχείρησε να την πραγματοποιήσει με την λαιμητόμο. Όπως είναι γνωστό, καρατομήθηκε στις 26 Ιουλίο 1794, τελευταίο θύμα της ίδιας του της πολιτικής.
Ωστόσο, από την Επανάσταση του 1789 έμειναν πολλά που "διασκορπίστηκαν" σε όλη την οικουμένη, γιατί δεν υπάρχει Δημοκρατία που να μη χρωστάει κάτι στις ιδέες του 1789, δεν υπάρχει καταστατικός χάρτης της Ελευθερίας, που να μη βασίζεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν υπάρχει πρόγραμμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που να μην ερανίζεται από το έργο των Εθνοσυνελεύσεων εκείνης της τρομερής περιόδου.

Δεν υπάρχει, τέλος, υπερβολικά ιδεολόγος και αναποφάσιστη κυβέρνηση που να μην ωφεληθεί μελετώντας την πτώση των Γιρονδίνων, δικτατορία που να μην μπορεί να πάρει μαθήματα από την καταστροφή του Ιακωβινισμού και πολιτικός ηθικολόγος και μεταρρυθμιστής που να μην πάρει κατάκαρδα τη θλιβερή ομολογία που αφού καλοσκέφτηκε, ο Ροβιεσπέρος διέγραψε από τον τελευταίο δημόσιο λόγο του:
"Αν μου πάρετε τη συνείδησή μου, θα είμαι ο δυστυχέστερος των ανθρώπων..."


Η σύλληψη του Ροβεσπιέρου

Wednesday, May 8, 2013

Πότε ο άνθρωπος αισθάνεται ξένος;;;


Ο Ξένος, Η Πανούκλα, Η πτώση, Η παρεξήγηση, ο Καλιγούλας, Οι Δίκαιοι, Ο Μύθος του Σίσυφου, Ο Επαναστατημένος Άνθρωπος

Είναι, λίγο-πολύ, γνωστοί τίτλοι έργων ενός σπουδαίου Γάλλου και φυσικά εννοώ του Αλμπέρ Καμί, που αγάπησα από τα φοιτητικά μου χρόνια περισσότερο γιατί με κινητοποιούσε το γεγονός ότι ανταποκρινόταν στις αναγνωστικές αναζητήσεις μου για τη ζωή, το παράλογο αλλά και για το γεγονός ότι πολύ νέος (μόλις 47 χρονών) σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα.

  • Βέβαια, όταν διάβαζα τον Ξένο και την Πανούκλα δεν μπορώ να πω ότι καταλάβαινα και πολλά πράγματα, αλλά ήταν τότε και η περίοδος που ακούγαμε για το «παράλογο» και το θέατρο του παραλόγου, με τα έργα των Μπέκετ, Ιονέσκο, Ζενέ, Αντάμοφ, Αραμπάλ κ.ά. 
Και δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν ακόμα διαβάζεται ή απλώς μιλάνε γι’ αυτό κάποιοι που έχουν το ερευνητικό δαιμόνιο ή κάποιοι άλλοι που θέλουν να ξανασκεφτούν τη νιότη τους. Κι εδώ που τα λέμε όταν ο Καμί έγραψε αυτά τα έργα που σημάδεψαν τη δική του δημιουργική προσφορά, αλλά και μιαν ολόκληρη εποχή, αυτό που έκανε ήταν να δώσει το εσωτερικό μέτρο εκείνης της εποχής, να πιάσει το σφυγμό της. 

Και δεν μπορούσε κανείς να μην αγαπήσει το έργο του που ήταν κυριολεκτικά βουτηγμένο στον μεσογειακό ήλιο και, όπως έγραψε ο Σαρτρ, «μας μιλούσε για τον ήλιο, τούτη την πικρόξυνη δίχως κάρβουνα άνοιξη, όχι σα να μιλούσε για ένα εξωτικό θαύμα, αλλά με την βαριεστημένη οικειότητα αυτών που πολύ τον χάρηκαν»!!!

Έχω την αίσθηση ότι ο Καμί εκφράζει και την σημερινή εποχή.
«Ξύπνημα, τραμ, τέσσερις ώρες γραφείο ή εργοστάσιο, μεσημεριανό φαΐ , τραμ, τέσσερις ώρες δουλειά, φαΐ , ύπνος, και τη Δευτέρα, την Τρίτη, την Τετάρτη, την Πέμπτη, την Παρασκευή, το Σάββατο, στον ίδιο ρυθμό…» («Ο Μύθος του Σισύφου»), και ύστερα ξάφνου το «σκηνικό γκρεμίζεται» και φτάνουμε σε μια ξεκάθαρη θεώρηση χωρίς ελπίδα.. Τότε, αν μπορέσουμε ν’ αρνηθούμε την απατηλή βοήθεια των θρησκειών ή των υπαρξιακών φιλοσοφιών, κατέχουμε μερικές ουσιώδεις «αλήθειες»: ο κόσμος είναι ένα χάος, μια «θεία ισοτιμία που γεννιέται από την αναρχία». 

Δεν υπάρχει επαύριο, αφού πεθαίνουμε:
«…Μέσα σ’ ένα κόσμο δίχως ψευδαισθήσεις και δίχως φώτα, ο άνθρωπος αισθάνεται ξένος. Αυτή η εξορία είναι ανέκκλητη, γιατί στερείται των αναμνήσεων μιας χαμένης πατρίδας ή της ελπίδας μιας γης της επαγγελίας». Αυτό συμβαίνει γιατί, πραγματικά, ο άνθρωπος δεν είναι κόσμος: «Αν ήμουν δέντρο ανάμεσα στα τόσα άλλα δέντρα… αυτή η ζωή θα είχε ένα νόημα, ή μάλλον αυτό το πρόβλημα δεν θα είχε κανένα νόημα, γιατί θ’ αποτελούσε μέρος αυτού του κόσμου…» («Ο Μύθος του Σισύφου»).

Saturday, March 30, 2013

Τα βρώμικα χέρια!!!

Σημεία των καιρών: στη Γαλλία, όπως και αλλού, η εποχή μας μοιάζει να είναι η εποχή της κατάλυσης των μύθων των προηγούμενων δεκαετιών. Υπάρχει πολύ μίσος στην ατμόσφαιρα, μια ατμόσφαιρα που αποπνέει δυσοσμία…
Από τα θύματα της τάσης αυτής ήταν και ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, μαζί με τη σύντροφό του, τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Τους κατηγόρησαν για χίλια δυο πράγματα. Αμαρτίες για τη Μποβουάρ, που είχε εραστή και οι επιστολές αποδεικνύουν του λόγου το αληθές (και στην Ελλάδα δημοσιεύτηκαν σχετικά αποσπάσματα). 
Ωστόσο, θυμάμαι πριν λίγα χρόνια κι ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε κάποιος άγνωστος, με το ψευδώνυμο Ζιλμπέρ Ζοζέφ, κατηγορώντας τους δυο επιφανείς της γαλλικής διανόησης, ότι δεν έπαιξαν κανένα ρόλο στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. 
  • ................................
Ο Σαρτρ κατηγορείται, λόγου χάρη, για ένα άρθρο που έγραψε σε μια, επαμφοτερίζουσα πολιτικώς, εφημερίδα – καθώς και για το ότι (με τεχνάσματα) κατάφερε ν’ αποσπάσει από τις γερμανικές αρχές κατοχής την άδεια ν’ ανεβάσει τις «Μύγες» και το «Κεκλεισμένων των θυρών»
Ο Σαρτρ κατηγορήθηκε επίσης γιατί δεν αντιτάχθηκε σθεναρά στον αντισημιτισμό της εποχής. 
Όλα αυτά αναπτύχθηκαν με πάθος από τον «ανώνυμο» συγ-γραφέα του φυλλαδίου – που μιλάει για θέματα γνωστά, βάζοντάς τα όμως κάτω από ένα φως που έχει μια απόχρωση ύποπτη, με έντονο ένα κυρίως χρώμα: το κίτρινο! 
Ένα χρώμα που πολυφοριέται παντού – και στην Ελλάδα…