Monday, June 2, 2014

"Πάει κι ο Θεόφιλος..."

"Το ξέρω ότι η ανεργία καλπάζει, ότι υπάρχει φτώχεια, ότι οι τσέπες μας έχουν αδειάσει από τα συνεχή χαράτσια, ότι δεν μπορώ ν' αγοράσω ένα βιβλίο, ότι δεν πάω πλέον να φάω στην ταβέρνα..."
Ο Νικολό τα έλεγε αυτά, αλλά όλως περιέργως ήταν ήρεμος. Κι αυτό θα μπορούσε κανείς να το αποδώσει στο γεγονός ότι πέρασε την κόκκινη γραμμή και έχει αποδεχτεί πλέον την κατάσταση έτσι όπως επιβάλλεται από τους κυβερνώντες.

Εγώ τον παρακολουθούσα και τον θαύμαζα που είχε καταφέρει να ηρεμήσει τα νεύρα του. Κι αυτό έγινε από την ημέρα που πήγε στον ψυχίατρο και του έδωσε εκείνα τα seroxat. Ένα χάπι κάθε βραδάκι κι ο Νικολό καθόταν πια στη βεράντα, αγνάντευε τον Υμηττό κι ονειρευόταν ταξίδια που ποτέ δεν κατάφερε να κάνει.
Η Σούζι τον συντρόφευε μερικές φορές τ' απογεύματα, αλλά της άρεσε να κάνουν εκδρομές κατά τον Κάλαμο γιατί αυτός είχε μνήμες ευχάριστες από τα παιδικά του χρόνια. Συνήθως στα χρόνια του Δημοτικού σχολείου πήγαιναν πάντα εκδρομή στον Κάλαμο κι έτσι ο Κάλαμος είχε κάτι το μαγικό, που τον συνέδεε με μια εποχή αγωνίας και έρωτα. Τότε ήταν που είχε ερωτευτεί την Τόνια, αλλά φυσικά ποτέ δεν της το είχε πει.
Τώρα πια αποκαμωμένος από την ανιαρή καθημερινότητα και τους ανιαρούς ανθρώπους που βρίσκονται στο προσκήνιο της κοινωνίας, σχεδιάζει συναντήσεις με τους παλιούς φίλους του, αλλά δεν βρίσκει άκρη. Πολύ θα ήθελε να ξαναβρεθεί μαζί τους για να τους δει πώς έζησαν τα χρόνια που ο καθένας κοίταζε μονάχα τον εαυτό του. Μια μέρα του τηλεφώνησε ο Λουκάς και του ανήγγειλε ότι πέθανε ο Θεόφιλος που είχαν βρεθεί μαζί και στη Θεσσαλονίκη στο πανεπιστήμιο. 
"Πάει ο Θεόφιλος..."
"Κρίμα. Τι είχε; Αρρώστησε;"
"Δεν ξέρω, αλλά λυπήθηκα. Θυμάσαι που τον κάναμε παρέα στη Θεσσαλονίκη; Έμενε στην Αγγελάκη..."

Ο Νικολό ένιωσε μιαν ανατριχίλα, αφού από το μυαλό πέρασαν σαν κινηματογραφική ταινία δεκάδες εικόνες μιας εποχής, φυσικά ανεπανάληπτης, στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη. Έγειρε το κεφάλι του στην πολυθρόνα κι έκλεισε τα μάτια. Το πανεπιστήμιο, ο Βαρδάρης, η Σχολή Τυφλών, ο Λευκός Πύργος, η Κασσάνδρου, η παραλία, ο Άγιος Δημήτριος, το Διοικητήριο, η ΧΑΝΘ, η βιβλιοθήκη, η μπουγάτσα και ο κινηματογράφος, τα κυριακάτικα πρωινά με τις φωνές των οπαδών του ΠΑΟΚ, η Θεοδούλη, ο Γιάννης, η Κατερίνα, η Αντιγόνη, ο Λουκάς, ο Τριαντάφυλλος, ο Σταμάτης, ο Ανέστης, αλλά και ο Θεόφιλος...

Πάει λοιπόν ο Θεόφιλος, ο οποίος εδώ που τα λέμε ήταν πάντα λίγο περίεργος. Συμμετείχε στην παρέα, αλλά είχε κάτι απροσδιόριστα υπεροπτικό. Κοίταζε τους άλλους αλλά πίσω από τα χοντρά γυαλιά του κανείς δεν καταλάβαινε καλά το ύφος του. Έπαιζε όμως καλό σκάκι και ήταν από εκείνους που πάντα μιλούσε πολιτικά στις παρέες, αλλά έκανε κουβέντα και κάτι για οικολογίες και τέτοια. Ενώ οι άλλοι αναφέρονταν στα έργα και τις ημέρες της χούντας, αυτός είχε το μυαλό του στην προστασία του περιβάλλοντος. Και τώρα χάθηκε... στο περιβάλλον!

Αυτό φοβόταν ο Νικολό. Στο προσκλητήριο των παλιών συμμαθητών και συμφοιτητών ν' αρχίσει να μετράει απόντες. Αυτή η σκέψη πάντα τον ενοχλούσε. Αλλά όμως, σχεδόν μαζοχιστικά, το επιδίωκε λες και ήθελε να νιώσει τη δική του υπεροχή ανάμεσα στους ζωντανούς. Εξάλλου, πίεση δεν είχε, τριγλυκερίδια δεν είχε, ζάχαρο δεν είχε... Σε γενικές γραμμές κρατούσε καλά. Ο γιατρός όμως πάντα του έλεγε ότι χρειάζεται γυμναστική.
"Να περπατάς, να περπατάς... Α, να τρως και κόκκινο κρέας..."
Μια κουβέντα είναι να περπατάει κανείς μες στην Αθήνα.

Γι' αυτό επέμενε η Σούζι να βγαίνουν εκτός Αθηνών, για να έχουν την ευκαιρία να περπατάνε. Αν και εδώ που τα λέμε, όλη η Αττική είναι χτισμένη και πρέπει να γίνεσαι κάθε τόσο εξερευνητής μπας και ανακαλύψεις δρόμους ήσυχους και αγρούς για να ξεδώσεις περπατώντας. Πάντως το διάβασμα και οι μακρινοί περίπατοι τον συγκινούσαν πολύ. Δεν μπορούσε πια να πάει ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο. Κι ενώ είχε στο σπίτι του μια καινούργια τηλεοπτική συσκευή, σπανίως την άνοιγε διότι δεν άντεχε όλους αυτούς τους υπερφίαλους τηλεπαρουσιαστές που δημιουργούσαν αφενός μια ψευδή εικόνα της κοινωνίας και επιχειρούσαν να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη σύμφωνα με τα συμφέροντα των αφεντικών τους, αφετέρου ένιωθε ότι τα σκουπίδια που καθημερινά ξερνάει η τηλεόραση στα ελληνικά σπίτια, κάποιος πρέπει να τα μαζέψει αλλά κανείς δεν φαινόταν στον ορίζοντα.

Η Σούζι είχε κι έναν άλλο λόγο να τον βγάζει από το σπίτι και να περπατάνε στην εξοχή. Πάλευε απεγνωσμένα να μάθει γι' αυτόν όσα περισσότερα μπορούσε και τούτο διότι ο Νικολό ήταν φειδωλός όταν επρόκειτο να μιλήσει για τον εαυτό του. Οι πληροφορίες που έδινε, έβγαιναν με το σταγονόμετρο. Δεν το έκανε επίτηδες. Απλώς δεν νοιαζόταν. Αισθανόταν περισσότερο ευτυχισμένος με τις στιγμές που ζούσε. Το παρελθόν δεν ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ωστόσο όταν έπιανε το νήμα, μιλούσε με νοσταλγία για τον καιρό της νιότης. Μπορεί να είχε απομακρυνθεί από εκείνη την εποχή, όμως έδειχνε να θυμάται τα πάντα και η μυρωδιά της σκορπιζόταν γύρω του όταν μιλούσε ιδίως για τη σχέση του με την Θεοδούλη, που η ανάσα της είχε κάτι από τον καθαρό αέρα της θάλασσας. Μια εβδομάδα μαζί της στην Ερέτρια, ένα καλοκαίρι, έφτασε για να τη συνδέσει με την ευφορία που νιώθει κανείς όταν τα πνευμόνια του χορταίνουν από εκείνον τον καθαρό θαλασσινό αέρα. Και ο θαλασσινός αέρας πάντα του έδινε ώθηση, σαν εκείνα τα ιστιοφόρα που προχωρούν με τα πανιά τους ανοιχτά, γιατί απλώς συνεννοούνται μια χαρά με τον άνεμο και πάνε πρίμα.

Ο αέρας όμως δεν άρεσε στη Σούζι γιατί του έλεγε ότι νευρίαζε επειδή την ξεχτένιζε, γέμιζε με σκόνες το σπίτι της και χτυπούσε με δύναμη τα παράθυρα όταν τα είχε ανοιχτά.
"Α, δεν έχεις δίκιο", της έλεγε ο Νικολό. "Σαν φυσάει και βλέπω να μπερδεύει τα μαλλιά των γυναικών, τις νιώθω ατίθασα πουλάρια..."
"Εσύ μπορεί να βλέπεις ατίθασα πουλάρια, αλλά εγώ όταν φυσάει έχω νεύρα και πολύ θα ήθελα να χαστουκίσω τον αέρα..."

Ο Νικολό όμως τρελαινόταν με τον αέρα και τη βροχή. Ένιωθε μιαν απέραντη αγαλλίαση. Μόλις έβλεπε στον ουρανό λίγα συννεφάκια, έλεγε από μέσα τους διάφορες ακατανόητες λέξεις, όπως οι Ινδιάνοι, για να βρέξει. Φυσικά δεν έβρεχε... Αλλά το νερό ήταν ένα στοιχείο που τον ενθουσίαζε. Αφού έλεγε πάντα ότι αν στην άλλη ζωή υπάρχουν καταρράχτες και ποταμάκια και λιμνούλες και άφθονο πράσινο, δεν θα τον πείραζε να φύγει από αυτή τη ζωή!!!

No comments: