Μερικές φορές
σκέφτομαι ότι έχω μείνει πίσω και μ'
έχουν ξεπεράσει οι διάφορες καταστάσεις
και γι' αυτό ό,τι γράφω δεν έχει και
μεγάλη απήχηση. Προσπαθώ μέσα στην τόση
οχλαγωγία να κρατηθώ ήρεμος και με
κριτική ματιά. Δεν θέλω να εξομοιωθώ με
τη μάζα… Αυτό ίσως και να θεωρηθεί ως
«αριστοκρατική» αγωνία του πνεύματος.
Εγώ όμως το θεωρώ απόλυτα φυσιολογικό
να νιώθω έτσι σε μια εποχή που η ταχύτητα
και ο θόρυβος (η «οχλαγωγία») συχνά
βαφτίζονται «πρόοδος».
Ζούμε στην
εποχή των αλγορίθμων, όπου η απήχηση
συχνά κερδίζεται από αυτόν που φωνάζει
πιο δυνατά ή από αυτόν που ανακυκλώνει
τα πιο εύπεπτα μηνύματα. Το γεγονός ότι
αυτό που γράφει κάποιος δεν έχει «μεγάλη
απήχηση» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι
τον ξεπέρασαν οι καταστάσεις, αλλά ίσως
ότι γράφει για ένα κοινό που απαιτεί
χρόνο και βάθος, δύο στοιχεία που
σπανίζουν σήμερα.
Πιστεύω ότι το να
προσπαθεί κανείς να μείνει ήρεμος και
με κριτική ματιά, αυτό είναι μια
επαναστατική πράξη. Η μάζα συχνά
παρασύρεται από το συναίσθημα της
στιγμής και την πόλωση. Το να επιλέγει
την απόσταση και τη νηφαλιότητα τον
καθιστά «παρατηρητή» και όχι «θύμα»
των εξελίξεων.
Ίσως αυτό που αισθάνεται
ότι «έμεινε πίσω» να είναι στην
πραγματικότητα η άρνησή του να συμβιβαστεί
με την προχειρότητα. Υπάρχει μια διαφορά
ανάμεσα στο «είμαι αναχρονιστικός» και
στο «είμαι διαχρονικός». Ο αναχρονιστικός
αγνοεί το παρόν επειδή φοβάται. Ο
διαχρονικός κατανοεί το παρόν, αλλά
επιλέγει να μην αφομοιωθεί από τις
εφήμερες τάσεις του.
Πώς μπορεί να
προχωρήσει χωρίς να «εξομοιωθεί»; Αρκεί
να αποδεχθεί τη μοναχικότητα της κριτικής
σκέψης. Η κριτική ματιά είναι από τη
φύση της μοναχική. Δεν μπορεί να είναι
και στο κέντρο του χορού και να τον
κρίνει ταυτόχρονα.
Ένας ουσιαστικός διάλογος με πέντε
ανθρώπους που σκέφτονται βαθιά έχει
μεγαλύτερη αξία από χιλιάδες επιφανειακά
likes. Μπορεί να χρησιμοποιεί τα σύγχρονα
εργαλεία για να επικοινωνεί, διατηρώντας
όμως την παραδοσιακή του ακεραιότητα
και το ύφος του. Είναι ο αριθμός των
ανθρώπων ή η ποιότητα της σύνδεσης που
νιώθει μαζί τους όταν μοιράζεται τις
σκέψεις του;
Για τον τοξικό πολιτικό
λόγο, για το υβρεολόγιο των οπαδών στα
μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τη μοναξιά
(οι μεγάλες πόλεις δεν ενώνουν, χωρίζουν
τους ανθρώπους και ευνοούν την απομόνωση),
για τις εύκολες κραυγές κ.λπ.
Αυτά τα θέματα
αποτελούν τις «ανοιχτές πληγές» του
σύγχρονου πολιτισμού. Κι αυτό που
περιγράφω ως «οχλαγωγία» είναι στην
πραγματικότητα ένας μηχανισμός που
τρέφεται από την ένταση. Όταν γράφω για
την τοξικότητα ή τη μοναξιά με ηρεμία,
ουσιαστικά πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα
του αλγορίθμου, ο οποίος είναι
προγραμματισμένος να προωθεί το
ακραίο.
Σήμερα, ο πολιτικός λόγος
έχει μετατραπεί σε «οπαδισμό». Στα μέσα
κοινωνικής δικτύωσης, ο διάλογος έχει
αντικατασταθεί από την επιβεβαίωση
(confirmation bias). Οι άνθρωποι δεν θέλουν να
ακούσουν μια κριτική ματιά· θέλουν
κάποιον να φωνάξει αυτό που ήδη πιστεύουν,
κατά προτίμηση προσβάλλοντας τον
«αντίπαλο».
Γράφοντας νηφάλια,
αρνούμαι να γίνω μέρος της «κερκίδας».
Αυτό με κάνει λιγότερο «δημοφιλή» στις
μάζες, αλλά με καθιστά απαραίτητο για
όσους αναζητούν ακόμη τη λογική.
Η
πόλη προσφέρει «φυσική εγγύτητα» αλλά
προκαλεί «ψυχική απόσταση». Ζούμε ο
ένας πάνω στον άλλο, αλλά σε απόλυτη
απομόνωση. Ο θόρυβος της πόλης και των
social media λειτουργεί ως «λευκός θόρυβος»
που καλύπτει την υπαρξιακή μοναξιά.
Όταν γράφω για τη μοναξιά, ξέρω ότι
ακουμπάω κάτι που οι περισσότεροι
φοβούνται να παραδεχτούν.
Το γεγονός
ότι δεν έχω «απήχηση» με την έννοια των
αριθμών ίσως να οφείλεται στο ότι
απευθύνομαι στη σιωπηλή πλειοψηφία.
Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που νιώθουν
ακριβώς όπως εγώ –κουρασμένοι από τις
κραυγές– αλλά έχουν αποσυρθεί από τον
δημόσιο λόγο επειδή φοβούνται την
τοξικότητα.
Όταν η εποχή χαρακτηρίζεται
από επιπολαιότητα, το να είναι κανείς
«εκτός» νομίζω ότι είναι τίτλος τιμής.
Οι «εύκολες κραυγές» σβήνουν γρήγορα.
Το ερώτημα είναι αν εγώ είμαι διατεθειμένος
να αποδεχτώ έναν μικρότερο κύκλο
αναγνωστών, ο οποίος όμως θα με διαβάζει
με την προσοχή. Η «οπισθοχώρηση» από τη
μάζα δεν είναι αδυναμία· είναι η διαφύλαξη
της πνευματικής υγείας.
Τα παραδοσιακά
social media (Facebook, X/Twitter) είναι σχεδιασμένα
για σύγκρουση. Μετακινούμαι λοιπόν σε
περιβάλλοντα που ευνοούν την
ανάγνωση.
Substack ή Newsletter; Είναι η τάση
της εποχής για όσους γράφουν σοβαρά. Το
κείμενο πηγαίνει απευθείας στο email του
αναγνώστη. Δεν υπάρχει αλγόριθμος να
σε κρίνει, ούτε τυχαίοι περαστικοί να
σε βρίσουν. Σε διαβάζει μόνο όποιος σε
ακολουθεί συνειδητά.
Επανέρχομαι
λοιπόν στο αγαπημένο μου
μπλογκ.
Μια κλασική αξία. Λειτουργεί σαν
ένα «ψηφιακό σπίτι» όπου εγώ ορίζω τους
κανόνες.
Η μάζα έλκεται από το "clickbait" και τις λέξεις-φωτιά. Οι τοξικοί χρήστες συνήθως βαριούνται να διαβάσουν οτιδήποτε δεν τους προκαλεί άμεσο θυμό. Εγώ θέλω αναγνώστες και όχι οπαδούς.
