Saturday, October 22, 2016

Οκτώβριος στη Σεβαστουπόλεως...


ΣΑΝ ΑΛΟΓΟ, με αμολητά τα γκέμια! Ήμουν κρυμμένος πίσω από μία κολόνα και όταν η δική μου Νεφέλη βγήκε από το φαρμακείο την ακολούθησα. «Μα τι κορμί είναι αυτό; Λαμπάδα...», σκέφτηκα και βάλθηκα ν' αρχίσω την παρακολούθηση, λες και ήμουν ντετέκτιβ. Η Νεφέλη περπατούσε γοργά και κάποια στιγμή έβγαλε από την τσάντα της ένα σκούφο και τον φόρεσε. Σα να ψιλόβρεχε κι ενώ εκείνη έστριψε στην πρώτη γωνία, εγώ που στο μεταξύ είχα αποξεχαστεί και χάζευα σε μια βιτρίνα, δεν την πρόσεξα και καθώς πήγα να τρέξω, πέφτω πάνω σε μια κολόνα. Λίγο έλειψε να φάω κωλοτούμπα, αλλά με συγκράτησε ένας άλλος περαστικός. «Ευχαριστώ...», ψέλλισα κι άρχισα να κοιτάζω πέρα-δώθε για την Νεφέλη. Εκείνη όμως είχε εξαφανιστεί. Η αλήθεια είναι ότι στην γωνία είχε παρκάρει το αμαξάκι της. Μπήκε κι έφυγε αμέσως και χάθηκε στη λεωφόρο.


Το είχα σκοπό να μάθω πώς περνάει τον καιρό της μετά την απώλεια του πατέρα της. Μου έλεγε πάντα ότι είναι διαλυμένη, χαμένη στο διάστημα, ότι δεν έχει όρεξη για τίποτε, ότι δεν έχει λεφτά, δεν έχει δουλειά... Μια κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην τρέλα ή σ' ένα είδος κατάθλιψης. Άραγε έχει τη δύναμη τώρα να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα και να οδηγήσει στην ηρεμία το συναισθηματικό της σύμπαν; Πόσες φορές δεν της πρόσφερα χέρι βοήθειας κι εκείνη πλέον πάντα έβρισκε κάποιες αόριστες δικαιολογίες.

Εκείνη η βραδιά στο σπίτι της που πήγα απρόσκλητος και με καλοδέχτηκε, ομολογώ ότι ήταν από τις ωραιότερες της ζωής μου, αφού ό,τι έγινε δεν ήταν προσχεδιασμένο και οι δυο μοιάζαμε ευτυχισμένοι. Ο χρόνος μας εκεί στο σπίτι της είχε μια γλώσσα δική του κι από τη διασταύρωση των δυο μας, άρχισαν να παράγονται νοήματα απρόφερτα. Όταν ήρθε η ώρα του αποχωρισμού, είπαμε μονάχα μια ξερή καληνύχτα κι έκτοτε δεν ξαναμιλήσαμε για ό,τι συνέβη μεταξύ μας. Και τώρα εγώ τι θέλω; Όλα δικά μου; Σοφία θα πει να το παίρνεις απόφαση και να μη ζητάς τ' αδύνατα... Μα τι να σκεφτώ τώρα; Τις νύχτες ξυπνώ αλαφιασμένος και την σκέφτομαι. Μέχρι και ψείρα σκέφτηκα πως θα ήθελα να είμαι στο κεφάλι της...

Το ψιλόβροχο γινόταν πιο δυνατό και πυκνό, αλλά συνέχιζα να περπατώ στην Κηφισίας αργά-αργά και ήταν σα να κάρφωνα τα πόδια μου στο πεζοδρόμιο. Φοβόμουν μη τυχόν και παραπατήσω ξανά και γλιστρήσω κι άντε μετά να βρω άκρη. Κι αυτά τα πεζοδρόμια είναι τόσο στενά κι έχουν τα δέντρα στη μέση και δεν χωράει καλά-καλά ο άνθρωπος να περάσει και μερικές φορές αναγκάζεται να πατήσει στο δρόμο. Εκεί φωλιάζει ο φόβος. Μια φορά στην πλατεία Κλαυθμώνος είχε περάσει ξυστά από δίπλα μου ένα λεωφορείο και μ' έριξε κάτω, χωρίς να πάθω τίποτε. Δηλαδή, άγγιξε τα ρούχα μου και ο αέρας του μ' έσπρωξε. Λίγο περισσότερο αν με πίεζε, θα είχα κακά ξεμπερδέματα. Τώρα το ξαναθυμήθηκα εκείνο το περιστατικό κι άρχισα πάλι να φοβάμαι γιατί με τη βροχή όλα μπορούν να συμβούν.

Περπατούσα δίχως σκοπό. «Μέχρι το Γηροκομείο...», σκέφτηκα και στο ύψος του Ερυθρού, εκεί στην διασταύρωση είδα το κακό. Ένας γεροντάκος που περνούσε στο φανάρι πριν ανάψει το πράσινο, γλιστράει και το γιωταχί που ερχόταν από την Πανόρμου, πέφτει πάνω του. Πανζουρλισμός. Ο γεροντάκος, ένα λιανό κορμί, ξαπλωμένο στην άσφαλτο. Σκοτώθηκε, ζούσε, είχε αίματα, ήταν σοβαρά ή ελαφρά, ποιος ξέρει! Μαζεύτηκαν εκεί μερικοί, αλλά εγώ έριξα από μακριά μια ματιά κι αφού είδα και το νοσοκομείο απέναντι, σαν ήσυχος τράβηξα το δρόμο μου. «Τι σου είναι ο άνθρωπος! Μια στιγμή που την έχει τσεκάρει η μοίρα του και δεν την σβήνει...», είπα δυνατά και μάλλον άκουσα τη φωνή μου μπλεγμένη με τη βροχή που όλο και δυνάμωνε. Τότε, άλλαξα πορεία κι έστριψα δεξιά να βρω τη Σεβαστουπόλεως και να γυρίσω σπίτι μου.

Στο μυαλό μου είχε καρφωθεί σήμερα η Νεφέλη και ήθελα πάση θυσία να μιλήσω μαζί της. Αφού δεν μπόρεσα δια ζώσης, θα πήγαινα να ακολουθήσω τη μόνη βέβαιη οδό που είναι το διαδίκτυο. Κι όσο να φτάσω σπίτι, να πλυθώ, να φτιαχτώ, να φάω, θα πέρασε αρκετή ώρα, τόση ώστε στο μεταξύ να έχει πάει και η Νεφέλη στο δικό της.

Οκτώβριος στο Χαλάνδρι, Οκτώβριος στο Παλαιό Ψυχικό, Οκτώβριος στη Σεβαστουπόλεως, Οκτώβριος στον Άγιο Βασίλη στον Πάρνωνα, Οκτώβριος για τους Φιλιππινέζους που έχουν κάνει τη δική τους συνοικία στους Αμπελόκηπους, Οκτώβριος και για τους Αλβανούς... Μια μέρα χαράς –έστω και βροχερή, έστω και μ' ένα ατύχημα– εκτός από την καρδιά της Νεφέλης. Ούτε η καρδιά της ούτε το σπίτι της έδειχναν κανένα σημάδι χαρούμενης ατμόσφαιρας...

Αν είχα ένα φίλο, θα μου έλεγε ίσως: έχεις σκεφτεί καλά αυτό που πας να κάνεις, μην πάρεις κι άλλη ψυχή στο λαιμό σου; Αυτό το καλό έχει κανείς όταν έχει ένα φίλο.... Δεν έχω κανένα φίλο. Δεν θέλω να πω πως αυτό είναι καλό, απλώς είμαι ελεύθερος από τις συμβουλές ενός φίλου, για κάποιο απόλυτο συμφέρον. Κατά τα άλλα, πολλές φορές στ' αλήθεια, μ' έχει απασχολήσει βαθιά αυτή η σκέψη...

Τι να πω και πώς να το πω στη Νεφέλη;
Μερικές φορές στη ζωή μου έκανα διάφορες ερωτικές εξομολογήσεις. Εντούτοις τώρα δεν με βοηθά καθόλου η πείρα μου. Αυτή η εξήγηση πρέπει να γίνει εντελώς πρωτότυπα. Προπάντων αυτό που έχει σημασία είναι ένας αποπλανητικός ελιγμός...

Πριν καθίσω μπροστά στον υπολογιστή, έκανα μερικές θεατρικές κινήσεις και βήματα. Μπορεί έτσι να έβρισκα την πιο σωστή στάση και κίνηση που θα την εντυπωσίαζε. Πήγα και μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη της κουζίνας και συνέχισα τις ίδιες κινήσεις. Το θέμα είναι πού θα βρίσκεται προσηλωμένη η καρδιά και η σκέψη της ενώ εγώ θα λέω τις ερωτικές παλαβομάρες μου! Ξανασκέφτομαι όμως τι είναι εκείνο που θα ήθελα να της αποσπάσω... Βέβαια, το καλύτερο θα ήταν να μη χρειαστεί να κάνω όλα αυτά που με παραπέμπουν σε γελοίους θεατρικούς χαρακτήρες. Μα είναι δυνατόν εγώ να φτάσω εκεί και να παρακαλάω μια γυναίκα; «Για ξανασκέψου το, κύριε... Το να γεννηθείς άνθρωπος είναι μια τυπική διαδικασία. Το θέμα είναι πώς ακριβώς αξιοποιείς αυτή σου την ύπαρξη...»!

Πάλευα να φτιάξω μια κατάσταση για να την δω αφ' υψηλού. Πες –σκέφτηκα– ότι βρεθήκαμε, της τα είπα όσα είχα κατά νου, με άκουσε και ενέδωσε και άρχισε μια σχέση, η οποία όμως κάποια στιγμή θα μας ξεγύμνωνε και τους δυο. Το μυαλό μου πήγε την εποχή που ο άνθρωπος εξόρμησε στο διάστημα και πάτησε στο φεγγάρι και το απογύμνωσε από τη μαγεία του.

Κάποτε όταν ήμουν παιδί, είχα έναν καημό: να μου χαρίσουν ένα ποδήλατο. Κοιμόμουν και ξυπνούσα με αυτή την έγνοια. Το ποδήλατο δεν μου το χάρισαν ποτέ κι έμεινα να το ονειρεύομαι – ακόμα και μεγάλος. Θα μου πείτε, δεν σου περίσσεψαν μερικά χρήματα για ν' αγοράσεις ένα ποδήλατο; Είχα χρήματα, αλλά δεν θέλησα να το αγοράσω γιατί έτσι δεν θα μπορούσα πια να το ονειρεύομαι. Έτσι και τώρα με τη Νεφέλη... Τι να κάνω; Αχ, αυτός ο νους όταν καλπάζει αφηνιασμένος, σαν άλογο με αμολητά τα γκέμια!

Ένα κουδούνισμα με συνέφερε. Ήταν το κινητό μου. Η Νεφέλη!
«Ναι... αγαπημένε μου φιλαράκο, σε χρειάζομαι...».
Μουγκάθηκα. Δεν μπορούσα ν' αρθρώσω λέξη.
«Εεεε, ναι, συμβαίνει κάτι;».
Κι εκείνη, απάντησε στεγνά, αποφασιστικά:

«Μπορείς να έρθεις απόψε στο σπίτι;»

1 comment:

Spiros Darsinos said...

Μου άρεσε Νικο Εχει γρὴγορη και στρωμενη αφηγηματική ροή ,συναισθηματική φόρτιση που δεν αφήνει απαρατήρητα τα παράπλευρα γεγονότα που σχετίζονται,με τον αλφα ή βητα τρόπο, με το κεντρικό περιεχόμενο.